Wednesday, March 29, 2006

Είναι ο Γιώργος Παπανδρέου «πολιτικά φιλελεύθερος»;

Πέρυσι, το μήνα Ιούλιο, με αφορμή τις θέσεις που εξέφρασαν οι Μάνος και Ανδριανόπουλος υπέρ της πλήρους απελευθέρωσης του ωραρίου και της αγοράς εργασίας, προκλήθηκε μεγάλη κρίση στις σχέσεις τους με το ΠΑΣΟΚ. Με προσωπική τότε παρέμβαση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Γιώργου Παπανδρέου κατευνάστηκαν τα πνεύματα. Ο Γιώργος Παπανδρέου δήλωσε τότε σε συνεδρίαση του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ ότι εκείνο το διάστημα δημιουργήθηκαν «παρεξηγήσεις» μεταξύ των δύο και του ΠΑΣΟΚ και ότι «συμφωνούμε μαζί τους στον πολιτικό φιλελευθερισμό, αλλά όχι στον οικονομικό». Μετά την παραπάνω κατευναστική παρέμβαση του Γ. Παπανδρέου, ήταν επόμενο και θα πρόσθετα και εύλογο να αναμένει κανείς ότι το προεκλογικό story της «φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας» με την συνεργασία των δύο με το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου μπορούσε να συνεχιστεί παρά τις «παρεξηγήσεις», που εν τω μεταξύ είχαν εμφιλοχωρήσει. Αφού συμφωνούσε το ΠΑΣΟΚ και ο Γιώργος Παπανδρέου με τους δύο στον «πολιτικό φιλελευθερισμό», υπήρχε ακόμη κάποια κοινή και ουσιαστική ιδεολογικοπολιτική βάση συνεργασίας. Σήμερα, ωστόσο, στην Ολομέλεια της Βουλής αναμένεται να διεξαχθεί συζήτηση των τριών προτάσεων νόμου που είχαν υποβάλει το ΚΚΕ, ο Συνασπισμός και οι ανεξάρτητοι βουλευτές κκ. Σ. Μάνος και Α. Ανδριανόπουλος για την κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας και τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας. Σήμερα, λοιπόν, στην Ολομέλεια της Βουλής αναμένεται, να πέσουν οι μάσκες!! Εάν το ΠΑΣΟΚ καταψηφίσει την σχετική πρόταση νόμου των δύο βουλευτών, που αποτελεί μια από τις πιο θεμελιώδεις βάσεις κάθε πραγματικά φιλελεύθερης και ανοιχτής κοινωνίας, θα καταστεί προφανές, ότι είναι κενές περιεχομένου οι διακηρύξεις του Γ. Παπανδρέου περί «πολιτικού φιλελευθερισμού» του ιδίου και του κόμματός του. Εάν δε, στην παραπάνω περίπτωση, οι κκ. Ανδριανόπουλος και Μάνος εξακολουθήσουν να «φλερτάρουν» με το ΠΑΣΟΚ, τότε θα έχουν δικαιωθεί πλήρως όσοι χαρακτήρισαν την προεκλογική συνεργασία τους με το ΠΑΣΟΚ ως καθαρά οπουρτινιστική.

Tuesday, March 21, 2006

Η φιλοσοφική και πολιτική θεμελίωση της επέμβασης στο Ιράκ

Το άρθρο του Donald Rumsfeld στην The Washington Post προκάλεσε τα δεικτικά σχόλια των Henry Kissinger και Zbigniew Brzezinski:

[Henry Kissinger, who served with U.S. forces in Germany at the end of World War II and who served as secretary of state under Republican Presidents Nixon and Ford, said the situations are not analogous. "In Germany, the opposition was completely crushed; there was no significant resistance movement," the German-born diplomat told CNN's "Late Edition."

Zbigniew Brzezinski, who served as national security adviser under President Carter, a Democrat, was less charitable. "That is really absolutely crazy to anyone who knows history," he said. "There was no alternative to our presence. The Germans were totally crushed. For Secretary Rumsfeld to be talking this way suggests either he doesn't know history or he's simply demagoguing."]

Αυτό που υποκρύπτεται πίσω από αυτά τα σχόλια είναι ουσιαστικά το επιχείρημα του Μαξ Βέμπερ και άλλων, ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία μπορούσε να εμφανιστεί μόνο στις χώρες της Δύσης. Οι υπόλοιποι θεωρούνται πολιτισμικά ακατάλληλοι για να ενστερνιστούν την φιλελεύθερη δημοκρατία.

Υπάρχουν ωστόσο αρκετά παραδείγματα χωρών που μολονότι δεν «πληρούσαν» τις βεμπεριανές πολιτισμικές προϋποθέσεις κατάφεραν να πετύχουν ένα υψηλό επίπεδο δημοκρατικής σταθερότητας. Ως τέτοιες χώρες ο Francis Fukuyama στο βιβλίο του «Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος» (Μέρος IV, παρ. 20) αναφέρει τις Ινδία, Γερμανία, Ιαπωνία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα, Ρωσία και από το χώρο του Ισλάμ την Τουρκία. Γράφει χαρακτηριστικά ο Francis Fukuyama στο παραπάνω βιβλίο του:
 
«Η δημοκρατία δεν έρχεται ποτέ από την πίσω πόρτα. Σε δεδομένη στιγμή, εμφανίζεται ύστερα από συγκεκριμένη πολιτική απόφαση να εδραιωθεί δημοκρατία. Η σφαίρα της πολιτικής παραμένει αυτονομημένη από τη σφαίρα της κουλτούρας και διατηρεί το δικό της ιδιαίτερο χαρακτήρα ως σημείο τομής μεταξύ της επιθυμίας, του θυμοειδούς και του ορθολογισμού. Δεν μπορεί να υπάρξει σταθερή φιλελεύθερη δημοκρατία χωρίς την παρέμβαση συνετών και ενεργών πολιτικών ανδρών που κατέχουν την τέχνη της πολιτικής και μπορούν να μετατρέψουν τις υποβόσκουσες προτιμήσεις των λαών σε πολιτικούς θεσμούς με διάρκεια».
 
Πέρα όμως από αυτή την προβληματική της εξαγωγής ή όχι της συνταγματικής δημοκρατίας το πιο σημαντικό στην περίπτωση του Ιράκ και των άλλων «κρατών εκτός νόμου», είναι η μετάβασή τους τουλάχιστον στον τύπο της ενδοκρατικής κοινωνίας που ο John Rawls (βλ. το βιβλίο του «Το Δίκαιο των Λαών») ονομάζει «ευπρεπείς λαούς». Αυτός ο τύπος τουλάχιστον σέβεται τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, είναι προσανατολισμένος στην διεθνή ειρήνη και συνεργασία των λαών και δεν υποθάλπει την τρομοκρατία. 

Υπ’ αυτή την έννοια εγχειρήματα τύπου Ιράκ προσφέρουν τα μέγιστα στην ανθρωπότητα και βρίσκουν την φιλοσοφική και ηθικοπολιτική τους θεμελίωση στο προαναφερόμενο μεγαλειώδες έργο του John Rawls, που γράφει τα εξής:

"Μπορεί να τεθεί το ερώτημα με ποιο δικαίωμα οι ευτεταγμένοι φιλελεύθεροι και ευπρεπείς λαοί νομιμοποιούνται να επεμβαίνουν σ' ένα εκτός νόμου κράτος με το σκεπτικό ότι αυτό το τελευταίο παραβίασε ανθρώπινα δικαιώματα.......Σύμφωνα με τις μελέτες μας πάνω στο δίκαιο των Λαών για τους φιλελεύθερους και ευπρεπείς λαούς αυτοί οι λαοί απλώς δεν ανέχονται κράτη εκτός νόμου. Αυτή η άρνησή τους να ανέχονται αυτά τα κράτη είναι μια συνέπεια του φιλελευθερισμού και της ευπρέπειας. Αν η πολιτική αντίληψη του πολιτικού φιλελευθερισμού έχει γερές βάσεις και αν τα βήματα που κάναμε αναπτύσσοντας το Δίκαιο των Λαών είναι και αυτά σταθερά, τότε οι φιλελεύθεροι και ευπρεπείς λαοί έχουν το δικαίωμα κατά το δίκαιο των λαών, να μην ανέχονται τα εκτός νόμου κράτη. Οι φιλελεύθεροι και ευπρεπείς λαοί έχουν κάθε λόγο να τηρούν αυτή τη στάση. Τα εκτός νόμου κράτη είναι επιθετικά και επικίνδυνα. Όλοι οι λαοί θα είναι πιο ασφαλείς και πιο σίγουροι, αν αυτά τα κράτη αλλάξουν, ή εξαναγκαστούν ν' αλλάξουν, συμπεριφορά. Διαφορετικά επηρεάζουν βαθιά το διεθνές κλίμα ισχύος και βίας...." (σελ. 146-147).

"Είπα προηγουμένως ότι οφείλουμε κάποια στιγμή να θέσουμε στον εαυτό μας το ερώτημα του κατά πόσο είναι νόμιμο να παρεμβαίνουμε σε εκτός νόμου κράτη, απλώς και μόνο επειδή παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, παρόλο που δεν είναι επικίνδυνα και επιθετικά προς άλλα κράτη, και ίσως πράγματι να είναι και λίγο αδύναμα.......Είναι ποτέ πιθανόν μια βίαιη επέμβαση να κριθεί απαραίτητη; Αν οι προσβολές σε βάρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι στυγερές και η κοινωνία δεν ανταποκρίνεται στην επιβολή κυρώσεων, μια τέτοια παρέμβαση για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα ήταν αποδεκτή και θα είχε ζητηθεί. Πιο κάτω ...θα ασχοληθώ περαιτέρω με την πρόταση ότι σε εύλογο χρόνο, αν οι λαοί διάκεινται θετικά σ' έναν πολιτισμό φιλελεύθερο και σε βασικές αρχές και ιδεώδη του πολιτισμού, μπορεί να είναι σε θέση να τις αποδεχτούν και να τις υιοθετήσουν, και ενδεχομένως να ελαττωθούν οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων" (σελ. 168-169, κείμενο από την σημείωση 6).
 
Το εγχείρημα, συνεπώς, της επέμβασης στο Ιράκ, στοχεύει όχι όπως λανθασμένα υποστηρίζεται στην εξαγωγή της συνταγματικής δημοκρατίας, αλλά, σε πρώτο στάδιο, στην ένταξη του Ιράκ και των άλλων "κρατών εκτός νόμου" στο αποδεκτό από όλους σύστημα της "κοινωνίας των λαών".

Sunday, March 19, 2006

Donald H. Rumsfeld: What We've Gained In 3 Years in Iraq

The Washington Post Sunday, March 19, 2006 Some have described the situation in Iraq as a tightening noose, noting that "time is not on our side"and that "morale is down." Others have described a "very dangerous" turn of events and are "extremely concerned." Who are they that have expressed these concerns? In fact, these are the exact words of terrorists discussing Iraq -- Abu Musab al-Zarqawi and his associates -- who are describing their own situation and must be watching with fear the progress that Iraq has made over the past three years. The terrorists seem to recognize that they are losing in Iraq. I believe that history will show that to be the case. Fortunately, history is not made up of daily headlines, blogs on Web sites or the latest sensational attack. History is a bigger picture, and it takes some time and perspective to measure accurately. Consider that in three years Iraq has gone from enduring a brutal dictatorship to electing a provisional government to ratifying a new constitution written by Iraqis to electing a permanent government last December. In each of these elections, the number of voters participating has increased significantly -- from 8.5 million in the January 2005 election to nearly 12 million in the December election -- in defiance of terrorists' threats and attacks. One of the most important developments over the past year has been the increasing participation of Iraq's Sunni community in the political process. In the volatile Anbar province, where Sunnis are an overwhelming majority, voter turnout grew from 2 percent in January to 86 percent in December. Sunni sheiks and religious leaders who previously had been sympathetic to the insurgency are today meeting with coalition representatives, encouraging Iraqis to join the security forces and waging what violent extremists such as Abu al-Zarqawi and his al-Qaeda followers recognize as a "large-scale war" against them. The terrorists are determined to stoke sectarian tension and are attempting to spark a civil war. But despite the many acts of violence and provocation, the vast majority of Iraqis have shown that they want their country to remain whole and free of ethnic conflict. We saw this last month after the attack on the Shiite shrine in Samarra, when leaders of Iraq's various political parties and religious groups condemned the violence and called for calm. Another significant transformation has been in the size, capability and responsibility of Iraqi security forces. And this is vitally important, because it is Iraqis, after all, who must build and secure their own nation. Today, some 100 Iraqi army battalions of several hundred troops each are in the fight, and 49 control their own battle space. About 75 percent of all military operations in the country include Iraqi security forces, and nearly half of those are independently Iraqi-planned, Iraqi-conducted and Iraqi-led. Iraqi security forces have a greater ability than coalition troops to detect a foreign terrorist's accent, identify local suspects and use force without increasing a feeling of occupation. It was these Iraqi forces -- not U.S. or coalition troops -- that enforced curfews and contained the violence after the attack on the Golden Dome Shrine in Samarra. To be sure, violence of various stripes continues to slow Iraq's progress. But the coalition is doing everything possible to see this effort succeed and is making adjustments as appropriate. The rationale for a free and democratic Iraq is as compelling today as it was three years ago. A free and stable Iraq will not attack its neighbors, will not conspire with terrorists, will not pay rewards to the families of suicide bombers and will not seek to kill Americans. Though there are those who will never be convinced that the cause in Iraq is worth the costs, anyone looking realistically at the world today -- at the terrorist threat we face -- can come to only one conclusion: Now is the time for resolve, not retreat. Consider that if we retreat now, there is every reason to believe Saddamists and terrorists will fill the vacuum -- and the free world might not have the will to face them again. Turning our backs on postwar Iraq today would be the modern equivalent of handing postwar Germany back to the Nazis. It would be as great a disgrace as if we had asked the liberated nations of Eastern Europe to return to Soviet domination because it was too hard or too tough or we didn't have the patience to work with them as they built free countries. What we need to understand is that the vast majority of the Iraqi people want the coalition to succeed. They want better futures for themselves and their families. They do not want the extremists to win. And they are risking their lives every day to secure their country. That is well worth remembering on this anniversary of Operation Iraqi Freedom. The writer is secretary of defense.

Wednesday, March 15, 2006

Η Ελλάδα και η Σερβία του Μιλόσεβιτς

Ο Τάκης Μίχας στο βιβλίο του «Η ανίερη συμμαχία. Η Ελλάδα και η Σερβία του Μιλόσεβιτς» (εκδ. «Ελάτη» 2003) στο τρίτο κεφάλαιο με τον τίτλο «Ο φιλέλληνας Λόρδος Όουεν» γράφει για τον πρώην επίσημο μεσολαβητή της ΕΕ: {Ένα άλλο κοινό σημείο αναφοράς του λόρδου Όουεν με το Ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ήταν η λατρεία που έτρεφαν και οι δύο για το πρόσωπο του Μιλόσεβιτς. Όπως ακριβώς και οι Έλληνες συνάδελφοί του, ο λόρδος Όουεν συνήθιζε να μιλάει για τον σέρβο ηγέτη με τα καλύτερα λόγια. Έτσι έλεγε γι’ αυτόν ότι «είναι ένας άνθρωπος που ζει στον πραγματικό κόσμο» και ότι «οδηγεί τη Σερβία πίσω στην Ευρωπαϊκή οικογένεια». Παράλληλα κατηγορούσε τους Αμερικανούς, ότι το θέμα της σύλληψης του Μιλόσεβιτς τους είχε γίνει «έμμονη ιδέα».} (βλ. και το άρθρο του Dr Brendan Simms "We saw him as a solution. In fact, he was the problem"). Αμέσως μετά το θάνατο του Μιλόσεβιτς ο λόρδος Όουεν δήλωσε για τον Σέρβο ηγέτη:
“I think that essentially he was power crazy. I don't think racism was anywhere near as strong for him as it was for some of the leading people like General Mladic, who I never had any doubt was racist in a lot of his attitudes. But he was ruthless, there is no doubt in my judgement that he was responsible for the ethnic cleansing that was part of the break up of the former Yugoslavia in what became Croatia and Bosnia in 1991 and 1992. And again in Kosovo before the war there in 1999 and probably even genocide there”. Όπως ακριβώς ο λόρδος Όουεν εμφανίζεται, να έχει υποστεί «αμνησία» για τις προηγούμενες εκτιμήσεις του σχετικά με το πρόσωπο του Μιλόσεβιτς και τώρα βάλει εναντίον του, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την επίσημη ελληνική πολιτεία, που αναφανδόν τότε τον υποστήριξε.

Λήθη, λοιπόν, για το «ανάδελφο» έθνος;

Σε ανακοίνωσή του το ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών αναφέρει: «Ο θάνατος του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς σφραγίζει μια τραγική εποχή εντάσεων, κρίσεων και πολέμων που ταλάνισε τα Βαλκάνια σχεδόν για μία δεκαετία. Σε αυτήν την εποχή ο Μιλόσεβιτς είχε κεντρική θέση και ευθύνη. Το Δικαστήριο, τελικώς, δεν θα τον κρίνει. Θα τον κρίνει ως αυστηρός κριτής η Ιστορία. Το μεγάλο ζητούμενο σήμερα στα Βαλκάνια δεν είναι η προσκόλληση σε αξιολογήσεις του παρελθόντος. Είναι η αξιοποίηση κάθε δυνατότητας για την οικοδόμηση ενός ευρωπαϊκού μέλλοντος ειρηνικής συνύπαρξης, σταθερότητας και ανάπτυξης για όλους». Ώστε κατά το ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών δεν θα πρέπει να εμμένουμε προσκολλημένοι σε αξιολογήσεις του παρελθόντος. Λήθη, λοιπόν, και φυγή προς τα εμπρός; Όχι βέβαια. Η λήθη αποτελεί τεράστιο λάθος, καθώς χωρίς την κριτική επεξεργασία του παρελθόντος και την απόδοση ευθυνών, δεν υπάρχει κανένα εχέγγυο για μια ασφαλή πορεία προς το μέλλον. Η πατριδορητορεία των περίφημων «εθνικών θεμάτων» θα συνεχίσει να αναφαίνεται με κάθε ευκαιρία και να οδηγεί σε τραγικά αποτελέσματα. Όπως έγραφε ο Τάκης Μίχας στην Ελευθεροτυπία «…η στυγνή πραγματικότητα είναι ότι ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πολιτικού, οικονομικού, εκκλησιαστικού κατεστημένου φέρει μέρος της ευθύνης για τα μαζικά εγκλήματα τα οποία διέπραξαν οι Σέρβοι των Μιλόσεβιτς, Κάρατζιτς και Μλάντιτς στη Βοσνία. Συγκεκριμένα:
* Μέχρι και το καλοκαίρι του 1995 (όταν έγιναν οι μεγαλύτερες σφαγές στη Βοσνία) Ελληνες επιχειρηματίες με την πλήρη γνώση των κυβερνήσεων (Μητσοτάκη - Παπανδρέου) παραβίαζαν το εμπάργκο των Η.Ε. και προμήθευαν τη σερβική και σερβοβοσνιακή πολεμική μηχανή με τα απαραίτητα καύσιμα. Σε μία μάλιστα περίπτωση ακόμα και ο Ελληνας πρωθυπουργός είχε δώσει προσωπικές εντολές να συνοδεύονται τα βυτιοφόρα από αστυνομικά περιπολικά, ώστε να μην υπάρξει κίνδυνος να τα σταματήσει κανείς!
* Μέχρι την άνοδο του κ. Σημίτη στην εξουσία το καθεστώς Μιλόσεβιτς διατηρούσε, κατά παράβαση των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, 250 (!) τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελλάδα μέσω των οποίων διακινούνταν τα κεφάλαια τα οποία χρησίμευαν για την αγορά των αναγκαίων προϊόντων για τη συνέχιση του πολέμου.
* Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία γινόταν ανοιχτή (από εφημερίδες και τηλεοράσεις) στρατολόγηση Ελλήνων παραστρατιωτικών, οι οποίοι έλαβαν μέρος σε «μάχες» -υπό τον Ράτκο Μλάντιτς- όπου διεπράχθησαν απίστευτης ωμότητας εγκλήματα σε βάρος του άμαχου μουσουλμανοβοσνιακού πληθυσμού. Οσες φορες έθεσα το θέμα (εγγράφως) υπόψη των ελληνικών αρχών αντιμετώπισα την παγερή αδιαφορία.
* Οι ελληνικές αρχές (περίοδος Παπανδρέου) παρείχαν προστασία σε στελέχη των μυστικών υπηρεσιών του Μιλόσεβιτς, τα οποία είχαν κατηγορηθεί για δολοφονίες Αλβανών Κοσοβάρων ακτιβιστών στην Ευρώπη και τα οποία αναζητούνταν από την Ιντερπόλ.
* Κορυφαίοι Ελληνες πολιτικοί, επιχειρηματίες και κληρικοί παρείχαν ηθική και υλική συμπαράσταση στον Ράντοβαν Κάρατζιτς, παρά τα μαζικά εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνταν στο Σεράγεβο, στο Ζβόρνικ, στο Πρίεντορ, στη Φότσα κ.α.
* Οι ελληνικές κυβερνήσεις (Παπανδρέου - αρχές εποχής Σημίτη) ενθάρρυναν κρατικές επενδύσεις στη Βοσνία που αντίβαιναν τις συμφωνίες του Ντέιτον και ενίσχυαν τον προωθούμενο από τους Βοσνιοσέρβους διαμελισμό της χώρας».

Sunday, March 12, 2006

“Europe doesn’t need unification but liberal order”

«Europe doesn’t need unification but liberal order» τόνισε σε ομιλία του http://klaus.cz/klaus2/asp/clanek.asp?id=WpNHn7MwQdlA πριν από μερικές μέρες στο Λουξεμβούργο ο Πρόεδρος της Τσεχίας Vaclav Klaus. Ladies and Gentlemen, Thank you for inviting me to speak here today; it is a real pleasure and privilege to have this opportunity. On the other hand I have to confess that I – rather unusually – hesitated whether to accept the invitation. Certainly not because of underestimating the quality of this distinguished audience, or because of not knowing what to say. My reluctance was based on something else. For me, Luxembourg is the citadel of Europeanism and this country rightly considers its 50 years of participation in the European integration process as a tremendous success and as an effective way how to enhance the role of a relatively small country in the globalized world of today without being lost in it. I respect this position and do not want to be a disturbing factor or a dissonant voice. The reason why my way of looking at the European integration process is somewhat different is probably connected with my (and our) historic memory, with my (and our) specific experience, especially with experience of the communist era. This determines my attitude to many issues. This gives me a special sensitivity or perhaps – for other people without the same experience – even oversensitivity. I will try not to overplay or overstate it. My today’s remarks may be, however, understood as a friendly and gentle wake-up call. Looking back, this is not my first speech in Luxembourg. In December 1998 I participated here at the conference entitled “The Euro as a Stabilizer in the International Economic System” and already then I clearly stated my views concerning the EU, the Euro and the chosen form of the European unification. I also said that “I have a frustrating feeling that everything about the EU and EMU has already been said … and that there is definitely no lack of knowledge”. If it was true in 1998, it is even more true now. The problem was and is whether we use the existing knowledge sufficiently, whether we listen to the arguments of others, whether we are open to dialogue. I am afraid we do not and are not. Twenty-eight days before the launch of the Euro I predicted that “its introduction would be very successful” but dared to raise questions about its long term consequences and warned that “we would be confronted with substantial costs”, mostly because of the rigidity of prices and wages and of immobility of labour in the Euro-currency area. I was also aware and afraid of the inevitable sequence which was set into motion: monetary union – fiscal union – political union, and I asked “Do we really want a political union?”. My answer was that “Europe doesn’t need unification but liberal order”. My current views remain consistent with the views presented here eight years ago. I hope this is not due to my intellectual rigidity or sterility. What has happened since December 1998? I see four main changes: 1. The Euro was successfully launched but I don’t agree with the prevailing interpretation that the launching itself was a convincing proof of the positive contribution of this monetary arrangement to – however defined – social welfare in the Euroarea. The costs – demonstrable, for example, in the European economic growth slowdown in the last years – have not been recognized. It has been politically incorrect to even suggest such a link (or correlation). 2. The EU has been considerably enlarged by accepting ten new member states, mostly former communist countries in Central and Eastern Europe. This increased the transaction costs of the EU ruling, decision-making, and complying with these rules and decisions. It also increased the EU´s democratic deficit. 3. The EU has continued – at an accelerated speed – to expand the number of pages of its legislation which now deals with almost every aspect of human life and human activities. 4. The ambitious attempt to accelerate the unification process in the EU by the Constitutional Treaty has been rejected but creeping unification goes on as if nothing happened. Some of you might describe the situation differently but these are the main facts of the last eight years as I see them. The title of my today’s presentation – “Some Doubts about the EU´s Ever-Closer Future” – implicitly reacts to the main catchword of current Europeanism which is the slogan “ever-closer Europe”. We have to differentiate between Europe and the European Union and I am disappointed that these two terms are so easily substituted one for another. The Czech Republic entered the EU, not Europe, two years ago. I, therefore, don’t have the slightest ambition to speak about Europe, to criticize Europe, to build Europe or to expand Europe. Europe existed, exists and will exist independently of our ambitions to organize ourselves within it, to unite or divide ourselves or to make friends or enemies within it. The European Union (not Europe) is a contemporary political project of some European countries which – regardless of all their historical, political, economic, cultural or religious differences – want to do some things together (or jointly). We should look at the successes and failures of this project, at its costs and benefits, analyze and evaluate them. When I look back at the last half a century, I see two different stages of the European integration process, with two different integration models. At the beginning the liberalization model prevailed. The first stage was characterized by inter-European opening-up, by the overall liberalization of human activities, by the removal of barriers at the borders of the countries as regards the movement of goods and services, of labour and capital, and of ideas and cultural patterns. Its main feature was the removal of barriers and the continuation of intergovernmentalism. The second stage, which I call the harmonization model, is defined by centralization, regulation from above, harmonization of all kinds of “parameters” of the political, economic and social system, standardization of conditions of production and consumption, homogenization of human life. Its main feature is unification orchestrated from above and the birth of supranationalism. I am in favour of the first model, not of the second. I know, of course, that in reality we will always have the mixture of both models but the question is which one is the dominant one. There can be no doubt about where we are now. My position is clear. I am convinced that the unification of decision-making at the EU level and the overall harmonization of all kinds of societal “parameters” went farther than was necessary and more than is rational and economically advantageous. It is not an unqualified argument. I am aware of “externalities”, of “spillover effects” and of “continental-wide public goods”. These phenomena undoubtedly exist and should be properly reflected in European institutions and legislation. However, when I say “exist”, it does not mean that they dominate. The second stage of the European integration process has been based on the completely wrong idea that they do dominate. To artificially impose such an institutional solution is a mistake. We all lose, not gain. We should do something about it. I suggest to redefine the whole concept of the European Union, not just to make cosmetic changes. I suggest going back to the intergovernmental model of European integration. I suggest going back to the original concept of attempting to remove all kinds of barriers, going back to the consistent liberalization and opening-up of all markets (not just economic ones). I suggest minimizing political intervention in human activities and where intervention is inevitable it should be done close to the citizens (which means at the level of municipalities, regions and states), not in Brussels. EU needs transition. We have to go back to the liberalization model of the European integration and to get rid of the harmonization model which represents the basis of current European thinking. We have to forget the slogan “less of nation-states, more of internationalism” because the state is an unsubstitutable guarantor of democracy (opposite to all kinds of “Reichs”, empires and conglomerates of states). We have to wake up the European silent majority which does not know that the shift from the first to the second model represents a revolutionary, qualitative change. We should start to deal seriously with the details of the inevitable transformation process. We should make our society free, democratic and prosperous. It will not be achieved by democratic deficit, by supranationalism, by etatism, by an increase in legislating, monitoring, and regulating us. We need a political system which must not be destroyed by a postmodern interpretation of human rights (with its emphasis on positive rights, with its dominance of group rights and entitlements over individual rights and responsibilities and with its denationalization of citizenship), by weakening of democratic institutions which have irreplaceable roots exclusively on the territory of the states, by the “multiculturally” brought about loss of a needed coherence inside countries, and by the continental-wide rent-seeking of various NGOs. We need an economic system which must not be damaged by excessive government regulation, by fiscal deficits, by heavy bureaucratic control, by attempts to perfect markets by means of constructing “optimal” market structures, by huge subsidies to privileged or protected industries and firms, by unproductive labour market legislation. We need a social system which must not be wrecked by all imaginable kinds of disincentives, by more than generous welfare payments, by large-scale income redistribution, by all other forms of government paternalism. We need a system of ideas which must be based on freedom, personal responsibility, individualism, natural caring for others and a genuinely moral conduct of life.

Ότι αγαπάς, πάντοτε σε ταξιδεύει!

Μια οφειλόμενη διόρθωση

Οφείλω αμέσως μια διόρθωση: Το ΚΚΕ δεν ψήφισε την σχετική τροπολογία για την αποτέφρωση των νεκρών. http://www.parliament.gr/ergasies/showfile.asp?file=syne060301.txt ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Γεώργιος Σούρλας): Ολοκληρώθηκε η συζήτηση επί της τροπολογίας με αριθμό 504/60 και ερωτάται το Σώμα αν γίνεται δεκτή. ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ: Δεκτή, δεκτή. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΙΟΓΚΑΣ: Κατά πλειοψηφία.

Αποτέφρωση νεκρών και δελτία ταυτότητας

Ψηφίσθηκε διακομματικά από το Ελληνικό Κοινοβούλιο διάταξη που ρυθμίζει την αποτέφρωση των νεκρών και έχει ως εξής: «Επιτρέπεται η αποτέφρωση νεκρών, ημεδαπών ή αλλοδαπών, των οποίων οι θρησκευτικές πεποιθήσεις επέτρεπαν τη μετά θάνατον αποτέφρωση. Προϋπόθεση για την αποτέφρωση είναι η προηγούμενη ρητή, χωρίς όρο ή αίρεση, δήλωση του θανόντος για τη σχετική επιθυμία του, ή η αντίστοιχη δήλωση των συγγενών του, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, έως και τον τέταρτο βαθμό, κατά σειρά τάξεως. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των συγγενών που βρίσκονται στην ίδια τάξη, η σχετική απόφαση λαμβάνεται από τον εισαγγελέα, στην περιφέρεια του οποίου φυλάσσεται ο νεκρός. Προκειμένου για ανήλικα τέκνα, η δήλωση γίνεται και από τους δύο γονείς, ή από εκείνον που ασκεί τη γονική μέριμνα». Είναι προφανές ότι η παραπάνω διάταξη συνδέει άμεσα τη δυνατότητα αποτέφρωσης με την προηγούμενη δήλωση από κάθε ενδιαφερόμενο προς τις αρχές των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Κατόπιν τούτου καλούνται τα κόμματα (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ και ΣΥΝ) που έχουν λάβει θέση κατά της αναγραφής (υποχρεωτικής ή προαιρετικής) του θρησκεύματος στα δελτία ταυτοτήτων και μολοταύτα ψήφισαν την πιο πάνω διάταξη για την αποτέφρωση των νεκρών, να μας δηλώσουν πλέον καθαρά, ότι συντάσσονται με την άποψη του Χριστόδουλου περί προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητας και να πάψουν να υποκρίνονται, παριστάνοντας τους «ανθεστηκότες» στις πολιτικές επιταγές της Ελλαδικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Ο Fukuyama και ο ισλαμικός κόσμος

Το σχόλιο μου με αφορμή το άρθρο του F. Fukuyama που δημοσιεύθηκε στo NYT (βλ. το άρθρο στη διεύθυνση http://www.nytimes.com/2006/02/19/magazine/neo.html?pagewanted=all ). Ο πραγματικός εχθρός της Αμερικής δεν είναι ο ισλαμικός εξτρεμισμός. Ο πραγματικός εχθρός της είναι η Ευρώπη, η Ρωσία και τα καθεστώτα της Μέσης Ανατολής. Ο δε πραγματικός της σύμμαχος είναι ο ισλαμικός κόσμος. Το πρόβλημα με την πρώτη θητεία Μπούς και πολύ περισσότερο με τη δεύτερη θητεία του είναι ακριβώς η παραγνώριση αυτής της αλήθειας. Αντί να επιδιώξει για το εγχείρημά του την άμεση συμμαχία του ισλαμικού κόσμου επιδίωξε τη συμμαχία απολιθωμάτων και πιθανότατα αισχρών προβοκατόρων, όπως η Ευρώπη και η Ρωσία. Σ’ ότι αφορά τον F. Fukuyama αδυνατεί, προφανέστατα, να μας εξηγήσει γιατί «a political contest for the hearts and minds of ordinary Muslims around the world», όπως πολύ ωραία το θέτει, καθίσταται απαραίτητος στο εσωτερικό κάτι χώρων σαν τη Γαλλία και τη Δανία, όχι όμως, και για το εσωτερικό της ίδιας της Αμερικής. Ο ίδιος ο F. Fukuyama εξάλλου είναι «ο τελευταίος άνθρωπος», που δικαιούται να εκφέρει γνώμη για το εγχείρημα της φιλελευθεροποίησης του ισλαμικού κόσμου, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα όσα γράφει για το Ισλάμ στην παρ. 20, Μέρος IV του βιβλίου του «Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος», δεν φαίνεται καθόλου να πιστεύει σ’ αυτό το εγχείρημα.

Ο Μίλτον Φρίντμαν και ο "τρίτος δρόμος"

Διαφωνώ με την παρακάτω άποψη του Μίλτον Φρίντμαν, αλλά παρόλα αυτά δεν με συγκινεί καθόλου το ενδεχόμενο αναζήτησης και προβληματισμού για έναν «τρίτο δρόμο». NPQ: British Prime Minister Tony Blair argues there is a “third way”—for example, flexible labor markets without hire-and-fire American-style. This, he argues, is more suitable to the “European social model” with its enduring concern with social justice. Is there an in-between way, or must it be all or nothing? Friedman: I don’t think there is a third way. But it is true that a competitive market is not the whole of society. A great deal depends on the qualities of the population and the nation in how they organize the non-market aspects of society». Ολόκληρη η συνέντευξη που παραχώρησε πρόσφατα στο New Perspectives Quarterly (2006) είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://www.digitalnpq.org/archive/2006_winter/friedman.html. Δείτε επίσης και την παρουσίασή της στην "Ελευθεροτυπία" από τον Τάκη Μίχα στη διεύθυνση: http://www.enet.gr/online/online_text?c=111&id=58441616

Ο John Rawls και τα σκίτσα του Μωάμεθ

Η σημασία της αρχής της ανεκτικότητας των φιλελεύθερων λαών προς τους μη φιλελεύθερους λαούς τονίζεται στο έργο του John Rawls «The Law of Peoples» (Μέρος Β΄, παρ. 7 επ). Εκεί μεταξύ άλλων ο Rawls γράφει: «Κάποιοι μπορεί να έχουν την αίσθηση ότι το …να μην εμμένουν σε φιλελεύθερες αρχές για όλες τις κοινωνίες απαιτεί ισχυρούς λόγους. Εγώ πιστεύω ότι υπάρχουν τέτοιοι λόγοι. Ο πιο σημαντικός είναι να διατηρείται αμοιβαίος σεβασμός ανάμεσα στους λαούς. Το ολίσθημα προς την περιφρόνηση από την μία μεριά και την πικρία και την απογοήτευση από την άλλη μόνο ζημιά μπορεί να προκαλέσει. Αυτές οι σχέσεις δεν είναι ζήτημα της εσωτερικής (είτε φιλελεύθερης είτε ευπρεπούς) βασικής δομής κάθε λαού ιδωμένου ξεχωριστά. Θα έλεγα ότι περισσότερο η διατήρηση αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ των λαών στην Κοινωνία των Λαών είναι ουσιαστικό στοιχείο της βασικής δομής και του κλίματος αυτής της κοινωνίας. Το Δίκαιο των Λαών λαβαίνει υπόψη του αυτή τη βασική δομή με το ευρύτερο υπόβαθρο και τα οφέλη του πολιτικού της κλίματος ενθαρρύνοντας μεταρρυθμίσεις προς μια φιλελεύθερη κατεύθυνση, που θα υποσκελίσουν την ανυπαρξία φιλελεύθερης δικαιοσύνης στις ευπρεπείς κοινωνίες». Και αλλού: «… αν μία φιλελεύθερη συνταγματική δημοκρατία είναι πράγματι ανώτερη από άλλες μορφές κοινωνίας, όπως πιστεύω ότι είναι, ένας φιλελεύθερος λαός θα έπρεπε να έχει αυτοπεποίθηση και να θεωρεί δεδομένο ότι μια ευπρεπής κοινωνία, όταν χαίρει του οφειλόμενου σεβασμού από φιλελεύθερους λαούς, έχει περισσότερες πιθανότητες να αναγνωρίσει με τον καιρό τα πλεονεκτήματα των φιλελεύθερων θεσμών και να κάνει και η ίδια βήματα προς μια φιλελεύθερη κατεύθυνση».

ΝΑ «ΘΥΣΙΑΣΤΕΙ» Ο RASMUSSEN

Μετά τις καθολικές αντιδράσεις στον ισλαμικό κόσμο που προκάλεσε όχι η δημοσίευση – ας το προσέξουμε αυτό – αλλά η άρνηση του ροβεσπιερίσκου πρωθυπουργού της Δανίας Α. Rasmussen να αποδοκιμάσει την γενόμενη προσβολή προς τον ισλαμικό κόσμο από την δημοσίευση των σκίτσων που απεικονίζουν τον Προφήτη Μωάμεθ, ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα πρέπει πλέον να ζητήσει δημόσια από τον Rasmussen να αποδοκιμάσει την ενέργεια της δημοσίευσης των επίμαχων σκίτσων και να ζητήσει συγνώμη από τον ισλαμικό κόσμο για την προσβλητική ενέργεια των συμπολιτών του. Ο A. Rasmussen δεν είναι στο κάτω της γραφής ούτε Voltaire, ούτε Diderot, ούτε D’Alembert, ώστε να επιδεικνύει τέτοια περιφρόνηση προς τις μάζες των προσβεβλημένων μουσουλμάνων. Εκείνοι μπορούσαν να εξισώνουν το «λαό» με τον «όχλο» και να λένε ότι ο «όχλος θα παραμείνει πάντα όχλος» επειδή ήταν θρησκευόμενος και ως εκ τούτου ανεπίδεκτος μαθήσεως, καθώς και να αναφωνούν ότι «ποτέ δεν ισχυριστήκαμε ότι θα διαφωτίσουμε υποδηματοποιούς και υπηρέτες». Ο πρόεδρος Bush πρέπει να κατανοήσει ότι η επίδειξη πολιτισμικής ανοχής, είναι εκτός των άλλων, και για τους στρατηγικούς προσανατολισμούς των ΗΠΑ καίριας σημασίας ζήτημα. Ο Σολομών, βασιλιάς του Ισραήλ, είχε την πρόνοια να εγκαταστήσει μέσα στο Ναό τουλάχιστον έξι ξένες θεότητες. Ο Κύρος μετά την κατάκτηση της Βαβυλώνας θα εισέλθει στην πόλη και θα ασπαστεί τους θεούς της. Η Ρώμη σεβάστηκε σε πολλές περιπτώσεις τους θεούς των λαών που κατακτούσε. Ο Edmund Burke άσκησε κριτική στην βρετανική πολιτική στην Ινδία επειδή ο ίδιος ευνοούσε έναν benevolent imperialism — a liberal imperialism, που θα σέβονταν τα δικαιώματα των Ινδών και τις παραδόσεις του αρχαίου πολιτισμού τους. Είναι η ώρα η απρονοησία του Rasmussen να μεταβληθεί σε τεράστια ευκαιρία για τις ΗΠΑ και τον ελεύθερο κόσμο.

ΤΑ ΣΚΙΤΣΑ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ

Συγκλονίζεται αυτές τις ώρες η υφήλιος από τις αντιδράσεις που έχει προκαλέσει στον ισλαμικό κόσμο η άρνηση κατά κύριο λόγο των κυβερνήσεων της Δανίας και της Νορβηγίας να αποδοκιμάσουν την ενέργεια της δημοσίευσης των δώδεκα σκίτσων που «απεικονίζουν» τον Προφήτη Μωάμεθ. Ο υπουργός Εσωτερικών της Γαλλίας Ν. Sarkozy συνεχάρη τον Πρωθυπουργό της Δανίας Α. Rasmussen για την αποφασιστικότητά του να υπερασπιστεί την «ελευθερία της έκφρασης». «Η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι θέμα προς διαπραγμάτευση και δεν βλέπω κανένα λόγο να δοθεί σε μια θρησκεία κάποια ιδιαίτερη μεταχείριση», δήλωσε ο κ. Sarkozy. Τουναντίον ο Πρωθυπουργός της Γαλλίας Dominique de Villepin, θέλοντας να εκφράσει την θέση της κυβέρνησης, δήλωσε ότι η ελευθερία της έκφρασης υπήρξε μια αναγκαιότητα στη Γαλλία, αλλά και ο σεβασμός υπήρξε εξίσου σημαντικός. Η θέση της κυβέρνησης της Μ. Βρετανίας στο θέμα εκφράστηκε δια του υπουργού των Εξωτερικών Jack Straw, ο οποίος δήλωσε ότι «η αναδημοσίευση αυτών των σκίτσων υπήρξε προσβλητική, αναίσθητη, ασεβής και λανθασμένη». Οι ΗΠΑ δια του Kurtis Cooper, εκπροσώπου του State Department, τηρούν την ίδια στάση στο θέμα με τον Dominique de Villepin και την Μ. Βρετανία. «Όλοι αναγνωρίζουμε πλήρως και σεβόμαστε την ελευθερία του Τύπου και της έκφρασης αλλά αυτή πρέπει να είναι συνδεδεμένη με την υπευθυνότητα του τύπου. Η υποκίνηση του θρησκευτικού ή εθνικού μίσους με αυτόν τον τρόπο δεν είναι αποδεκτή. Καλούμε σε ανοχή και σεβασμό όλων των κοινοτήτων για τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και πρακτικές». Μετά ταύτα οποιοσδήποτε ήθελε ερωτηθεί ποία εκ των δύο παραπάνω αντιλήψεων εκφράζει τις αντιλήψεις του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, η απάντηση προφανέστατα θα ήταν, ότι η θέση των κυβερνήσεων της Δανίας, της Νορβηγίας και του Sarkozy στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι απόλυτα σύμφωνη με τα ιδεώδη του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και ότι η θέση του Dominique de Villepin, όπως και των κυβερνήσεων της Μ. Βρετανίας και των ΗΠΑ δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτά τα ιδεώδη. Ωστόσο, η ιστορικός Gertrude Himmelfarb, συγγραφέας του σχετικά πρόσφατου βιβλίου με τον τίτλο «The Roads to Modernity: The British, French, and American Enlightenments» (Knopf, 2004 $25, 304 pp.) θα απαντούσε, όπως άλλωστε υποδηλώνει και ο τίτλος του αμέσως πιο πάνω βιβλίου της, ότι υπάρχει εκτός του υπερτιμημένου και πασίγνωστου γαλλικού και ο υποτιμημένος και άγνωστος αγγλοαμερικανικός Διαφωτισμός. Υπάρχει από την μια μεριά ο Διαφωτισμός των γάλλων φιλοσόφων (Rousseau, Voltaire, Diderot) χαρακτηριστικό των οποίων ήταν ο ελιτισμός του Ορθού Λόγου και το αντιθρησκευτικό τους μένος (η συντριβή της θρησκείας, κατά την άποψή τους, θα παρείχε την ευκαιρία να καθιερωθεί ο Λόγος ως ανώτατη αρχή για την κοινωνία), που κατέληξε στις φρικαλεότητες της Γαλλικής Επανάστασης και από την άλλη πλευρά ο Διαφωτισμός του Adam Smith, του Edmund Burke, του David Hume και του Tocqueville, στο επίκεντρο του οποίου ήταν όχι το ατομικό συμφέρον ή ο Λόγος, αλλά η έννοια της συμπόνιας και του οίκτου (compassion). Ο Burke είχε έναν βαθύ σεβασμό για τους καθιερωμένους θεσμούς ενώ από την μεριά του ο Adam Smith θεωρούσε ότι η θρησκευτική ανεκτικότητα και η θρησκευτική ελευθερία ήταν ουσιαστικές για την συνεκτικότητα της κοινωνίας και συντηρητικές όλων των άλλων ελευθεριών. Ο Adam Smith και ο David Hume έβλεπαν το εμπόριο ως μέσο εκπολιτισμού και όχι την επιβολή του Λόγου. Την ώρα που η βρετανική ιδέα του οίκτου προχώρησε σε ποικίλες πολιτικές πρακτικές βελτίωσης, για να ανακουφίσει τα κοινωνικά προβλήματα, η γαλλική έκκληση στο Λόγο δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί με τίποτα λιγότερο από τη "αναγέννηση" του ατόμου με το Λόγο. Μετά ταύτα, πως θα μπορούσε η σύγχρονη πνευματική ελίτ της ηπειρωτικής Ευρώπης, να επιδείξει σεβασμό και ανοχή στις μάζες των μουσουλμάνων και στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις; Νοσταλγούν απλά το Ροβεσπιέρο!!

ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ Ή ΠΑΡΩΔΙΑ

Ο αείμνηστος καθηγητής του συνταγματικού δικαίου Αριστόβουλος Ι. Μάνεσης γράφει (Συνταγματικό Δίκαιο Ι, 1980) ότι: «Το Σύνταγμα αποτελεί την συμπυκνωμένη νομική έκφραση του συσχετισμού των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων που υπάρχει σε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή σε ένα δεδομένο κοινωνικό σχηματισμό». Αποτελεί, νομίζω, κοινό τόπο, ότι ο υφιστάμενος σήμερα στην Ελλάδα «συσχετισμός των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων» ευνοεί, εκφράζει και αναδεικνύει ως κυρίαρχες αντιλήψεις εθνικιστικές και κρατικοπαρεμβατικές. Το δε υφιστάμενο Σύνταγμα ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ότι θέτει ανυπέρβλητους κανονιστικούς φραγμούς, συνιστώντας, έτσι, ανυπέρβλητο εμπόδιο, στην ανάπτυξη και κυριαρχία τέτοιων αντιλήψεων. Κατά συνεπεία, η εξαγγελθείσα συνταγματική αναθεώρηση, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί για οποιονδήποτε φιλελεύθερο, ότι τάχα συνιστά ευκαιρία για συζήτηση με σκοπό την αλλαγή οιουδήποτε κακώς κειμένου σ’ αυτή τη χώρα. Η κυρίαρχη σήμερα σοσιαλφιλελεύθερη συναίνεση του «μεσαίου χώρου», δηλαδή του πραγματισμού και της αποΐδεολογικοποίησης, ως έκφραση του υφιστάμενου συσχετισμού των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, αποτελεί καθεαυτή ανασχετικό παράγοντα κάθε φιλελεύθερης αλλαγής. Στο πλαίσιο αυτό η εξαγγελία περί της ανάγκης συνταγματικής αναθεώρησης παρίσταται για κάθε φιλελεύθερο πραγματικά ακατανόητη. Οι φιλελεύθεροι στην Ελλάδα καλά θα κάνουν, να επικεντρώσουν τις προσπάθειες τους στην αλλαγή του υφιστάμενου αντιφιλελεύθερου συσχετισμού των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, αντί να δηλώνουν συμμετοχή και παρουσία στην εξαγγελλόμενη διαδικασία αναθεώρησης, που μόνο ως παρωδία μιας κατά τα άλλα κορυφαίας κοινοβουλευτικής διαδικασίας μπορεί να εκληφθεί.

Ο ΑΠΑΡΑΛΛΑΚΤΟΣ ΜΑΝΟΣ

Από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα οι θεωρούμενοι ως πολιτικοί ταγοί του φιλελευθερισμού στην Ελλάδα εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ο μόνη οδός για την πολιτική κυριαρχία των φιλελεύθερων ιδεών Ελλάδα είναι…… η συμμετοχή τους στην άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας!! Πίστευαν και εξακολουθούν να πιστεύουν μέχρι σήμερα στην πολιτική κυριαρχία του φιλελευθερισμού…… δια της άνωθεν επιφοιτήσεως μιας φιλελεύθερης εκτελεστικής εξουσίας. Το μόνο, ωστόσο, που κατάφεραν όλα αυτά τα χρόνια με αυτή τους τη μέθοδο είναι το πρωτοφανές γεγονός ολόκληρο το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα να βάλλει εναντίον της «νεοφιλελεύθερης λαίλαπας» και αυτή να μην υφίσταται καν ως πολιτικός φορέας!! Τώρα για άλλη μια φορά ο Στ. Μάνος ονειρεύεται έναν δήθεν φιλελεύθερο πολιτικό φορέα, ο οποίος συνεργαζόμενος είτε με το ΠΑΣΟΚ είτε με τη ΝΔ, θα κατέληγε στην επιβολή του φιλελευθερισμού δια του πολιτικού εξαναγκασμού των πολιτών, δηλαδή αυθαίρετα και δίχως καμία ουσιαστική νομιμοποίηση. Κατόπιν τούτων το ερώτημα προβάλλει αμείλικτο: Πότε επιτέλους όλοι οι φιλελεύθεροι στην Ελλάδα θα καταλάβουν ότι ο «μεσαίος χώρος» του Λούλη και του Dick Morris έφτασε σε πολιτικό αδιέξοδο όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη; Πότε επιτέλους θα καταλάβουν ότι η εποχή του πραγματισμού και της αποιδεολογικοποίησης έχει περάσει ανεπιστρεπτί; Πότε επιτέλους θα αποφασίσουν να απευθυνθούν στους πολίτες και στην κοινωνία με αρετή και τόλμη για την ελευθερία; Υ.Γ. Αφορμή για το πιο πάνω κείμενό μου αποτέλεσαν τα κάτωθι: Συνέντευξη Στέφανου Μάνου: «Ναι, είναι ανάγκη να δημιουργηθεί επειγόντως νέο κόμμα»Συνέντευξη 17.12.2005 στον "Κόσμο του Επενδυτή" http://www.libertynet.gr/searcharticle.aspx?id=469 «ΕΡ: Τώρα τι χρειάζεται; Σ. Μάνος: Έκανα αυτές τις μακρές εισαγωγικές παρατηρήσεις για να εξηγήσω ότι, ναι, θα θεωρούσα πολύ χρήσιμη την παρουσία ενός τρίτου πόλου που να τραβήξει το πολιτικό σύστημα προς πιο φιλελεύθερες, πιο αποκεντρωμένες και αντικρατικιστικές αντιλήψεις. Σε κοινωνικά και οικονομικά θέματα και σε όλο το φάσμα της πολιτικής δράσης. Ζητούνται άνθρωποι απαλλαγμένοι από την εξουσιαστική ιδεολογία της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, που θα εμπιστευθούν και θα ενδυναμώσουν τους πολίτες για να βρεθούν οι λύσεις. Προϋπόθεση είναι οι πολίτες να υπερβούν τον εαυτό τους και να συμβάλουν στη δημιουργία του καινούργιου και διαφορετικού, που θα βρει τις λύσεις οι οποίες τόσο φευγαλέες αποδείχθηκαν μέχρι σήμερα. ΕΡ: Θα βλέπατε εφικτή τη συνεργασία των δύο μεγάλων κομμάτων, όπως στη Γερμανία, σε περίπτωση που το εκλογικό αποτέλεσμα «επιβάλλει» κάτι τέτοιο; Σ. Μάνος: Ο εκλογικός νόμος που θα ισχύσει δίνει πλειοψηφία στο πρώτο κόμμα μόνο αν ξεπεράσει το 41%-42%. Δεν είναι –συνεπώς- απίθανο το εκλογικό αποτέλεσμα να επιβάλλει κάτι τέτοιο. Επειδή όμως και τα δύο κόμματα ελάχιστα διαφέρουν μεταξύ τους, η αναγκαστική συνεργασία τους δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι στο σκηνικό. Αντίθετα, η αναγκαστική συνεργασία του ενός εκ των δύο κομμάτων με κάτι τελείως διαφορετικό, όπως είναι το ΚΚΕ ή ένας νέος σχηματισμός πολύ πιο φιλελεύθερης αντίληψης, θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις αλλαγών. Θα ανάγκαζε τον ένα από τους δύο μηχανισμούς εξουσιαστικής ιδεολογίας να αποβάλει την αυθεντία του και να επανεξετάσει τις θέσεις του. Για μια τέτοια εξέλιξη αξίζει να αγωνιστεί κανείς».Γιατί δεν υπάρχει χώρος για νέο κόμμα... Γράφει ο Γίαννης Λούλης ΗΜΕΡΗΣΙΑ 15/1/2006 http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=4670&subid=2&PubID=218169&word=%CB%EF%FD%EB%E7%F2 «H σχετική συζήτηση που αναπτύσσεται το τελευταίο διάστημα δεν φέρνει στο διάβα της κάποιο νέο δεδομένο. Aναμασά, σχεδόν αυτολεξεί, όσα ακούγαμε κάθε τόσο στο παρελθόν, όταν, υποτίθεται, υπήρχε πολιτικός χώρος κάπου ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα που θα μπορούσε να «καλυφθεί». Kαι βεβαίως η όλη συζήτηση αποκτά ενδιαφέρον όταν συζητάμε τις πολιτικές προοπτικές όχι ενός ακραίου κόμματος (με δεδομένο ότι η ακραία δεξιά εκδοχή του, το τελευταίο διάστημα βρίσκεται απλώς λίγο πάνω από 3%), αλλά όταν ανιχνεύουμε την πιθανότητα ενός δυναμικού «ρυθμιστή» που θα εμφανισθεί στον ενδιάμεσο χώρο και θα αναπτυχθεί εκεί «απειλώντας» τον δικομματισμό.Γι αυτό άλλωστε τα ποσοστά του δικομματισμού σήμερα, πάντα με βάση τις ανάλογες διαχρονικές συγκρίσεις, παραμένουν ικανοποιητικά. Tαυτόχρονα, καθώς NΔ και ΠAΣOK συγκλίνουν στο Kέντρο, δεν υπάρχει εκεί χώρος για κανένα άλλο κόμμα. Mε δυο λόγια, είτε τα όποια συζητούμενα σενάρια περί νέου κόμματος έχουν βάση, είτε όχι, ένα τέτοιο εγχείρημα κουβαλάει de facto, στη φάση αυτή, τον σπόρο της αυτοκαταστροφής. Θα αποδειχθεί, για όποιον το επιχειρήσει, πολιτικό χαρακίρι. Kαι μάλιστα πιο παταγώδες, απ ό,τι ανάλογες περιπτώσεις στο πρόσφατο παρελθόν». Η ΝΕΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ 21/01/06 http://www.bulls.gr/read_op.php?oid=1405 «Ένας γνωστός πολιτικός αναλυτής διατύπωσε την άποψη πριν από μια εβδομάδα ότι δεν υπάρχει χώρος μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ που να χωράει έναν τρίτο πόλο. Συμφωνώ απόλυτα μαζί του ότι στον άξονα αριστερά-δεξιά δεν υπάρχει κενό. ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχουν και είχαν – ως κυβέρνηση – ακριβώς την ίδια πολιτική. Αυτή που υπαγορεύεται από τη συμμετοχή μας στην Ε.Ε. και το Ευρώ. Αλλού είναι το κενό και η ευκαιρία. Στον άξονα κράτος – κοινωνία ή κρατισμός – φιλελευθερισμός. Και στον άξονα αυτό η πολιτική πρακτική και των δύο κομμάτων επικαλύπτεται, τείνει προς τον κρατισμό».

ΡΩΣΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΔΥΣΗΣ

Στη δεκαετία του 1930 η Ρωσία αποστέρησε την Ουκρανία από την προμήθεια τροφίμων της, δημιουργώντας σκόπιμα μια τεχνητή έλλειψη τους. Το ουκρανικό σιτάρι συλλέχθηκε και αποθηκεύτηκε στις σιταποθήκες, που φρουρήθηκαν από το σοβιετικό στρατό και τις μυστικές μονάδες αστυνομίας (NKVD, πρόγονο της KGB) ενώ οι Ουκρανοί την ίδια ώρα λιμοκτονούσαν. Το αποτέλεσμα της προκαλούμενης πείνας του 1932-33 ήταν ο θάνατος 7 εκατομμυρίων ανθρώπων. Η πείνα υποκινήθηκε από τους Ρώσους για να σπάσει το πνεύμα των Ουκρανών και να τους εξαναγκάσει στην κολεκτιβοποίηση και την υποταγή στη Μόσχα. “Let us do it again”, θα σκέφτηκε ο Vladimir Putin, ένας πρώην ανώτερος αξιωματούχος της KGB, της σοβιετικής Gestapo, και ένας αντάξιο διάδοχο του Josef Stalin σήμερα. Οι εγκληματίες που κυβέρνησαν τη Ρωσία κάτω από το σοβιετικό καθεστώς, και που οδήγησαν όχι μόνο τη χώρα τους αλλά το σύνολο της Ανατολικής Ευρώπης σε πτώχευση, εξακολουθούν να έχουν το κουμάντο στη Μόσχα. Δεν έχει κανείς παρά να δει το παραμορφωμένο πρόσωπο του Ουκρανού Προέδρου Victor Yushchenko – αποτέλεσμα χημικής δηλητηρίασης – για να συνειδητοποιήσει ότι η KGB κυβερνά ακόμα τη Μόσχα. Η δημόσια επιχείρηση αερίου της Ρωσίας Gazprom απείλησε να κόψει τις προμήθειες αερίου στην Ουκρανία. Η πρόσφατη περικοπή τους υπήρξε αποτέλεσμα της μονομερούς απόφασης της Ρωσίας να επιδιώξει την αύξηση της καταβαλλόμενης τιμής αερίου από την Ουκρανίας από 50$ σε 230$ ανά 1.000 κυβικά μέτρα του αερίου. Η Ουκρανία, που ακόμα προσπαθεί να ανακάμψει μετά από 70 έτη σοβιετικής κατοχής, ήταν ανίκανη να καταβάλει αυτήν την τιμή. Η Μόσχα θέλει να τιμωρήσει την Ουκρανία επειδή οι πολιτικοί του δεν είναι αρκετά ενδοτικοί στο Κρεμλίνο. Η Gazprom χρεώνει τη Λευκορωσία – μια φιλική στη Μόσχα δικτατορία και μια χώρα που διοικείται επίσης από έναν πρών πράκτορα της KGB) μόνο 47$ ανά 1.000 κυβικά μέτρα του αερίου. Η Αρμενία και η Γεωργία χρεώνονται 110$, η Ρουμανία 280$ και η ΕΕ κατά μέσον όρο 240$. Σύμφωνα με το Κρεμλίνο, τα έθνη που θέλουν να είναι ελεύθερα πρέπει να καταβάλουν την τιμή των ελεύθερων εθνών. Η Ουκρανία εξαρτάται κατά 30% για την προμήθεια αερίου της από τη Ρωσία. Η δυτική Ευρώπη, εντούτοις, είναι εξαρτώμενη για το αέριο που αγοράζει από τη Ρωσία από το δίκτυο αγωγών που διασχίζει την Ουκρανία. Συνεπώς η Gazprom δεν μπορεί απλά να κόψει όλες τις προμήθειες στην Ουκρανία. Επιχείρησε να μειώσει τις προμήθειες στο δίκτυο κατά 15%, το οποίο είναι το ποσοστό του συνολικού όγκου που χρησιμοποιείται από την Ουκρανία. Έτσι αν το Κίεβο ήθελε να διατηρήσει το 30% θα έπρεπε να στερήσει πλέον τη δυτική Ευρώπη από τις δικές της προμήθειες από την Ρωσία κατά ποσοστό 15%. Μερικές χώρες της ΕΕ στηρίζονται σε μεγάλο ποσοστό στο ρωσικό αέριο. Η Γερμανία, παραδείγματος χάριν, παίρνει περίπου 30% των προμηθειών αερίου της από τη Ρωσία, η οποία την καθιστά τόσο εξαρτώμενη από το ρωσικό αέριο όσο την Ουκρανία. Έτσι, δεδομένου ότι το Κίεβο χρησιμοποίησε το αέριο για τις δικές του ανάγκες, προκειμένου να αποτρέψει Ουκρανούς από το θάνατο εξαιτίας των ενεργειών του Putin, αυτό είχε ως επακόλουθο η Γερμανία να αφεθεί στο κρύο. Είναι εύκολο να φανεί τι θα είχε συμβεί εάν ο αγωγός αερίου που οι Ρώσοι και οι Γερμανοί προγραμματίζουν να ολοκληρωθεί το 2010 ήταν ήδη ολοκληρωμένος σήμερα. Αυτός ο αγωγός, που θα επιτρέπει την άμεση προμήθεια αερίου από την Ρωσία στη Γερμανία, παρακάμπτοντας την υπάρχουσα σημερινή διέλευση μέσω των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, θα επιτρέψει στον Putin να επαναβεβαιώσει τη ρωσική κυριαρχία πέρα από το σύνολο της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Ποιος είναι ο αρχιτέκτονας αυτού του σχεδίου για την πραγματοποίηση του πιο πάνω αγωγού: Ο πρώην καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ σημερινός πολιτικός σύμβουλος της Gazprom και του Putin με αμοιβή ένα εκατομμύριο ευρώ μηνιαίως. Είναι καιρός η Δύση να δει στο πρόσωπο του Putin αυτό που είναι πραγματικά: ο νέος Στάλιν. Εάν ο αγωγός αυτός πραγματοποιηθεί, θα σημάνει το τέλος της ελευθερίας και της δημοκρατίας στην Ανατολική Ευρώπη. Πάλι η δύση, όπως έκανε στη Yalta, θα έχει ξεπουλήσει την ανατολή στη Ρωσία. Υπάρχουν τα δύο παθήματα που γίνονται μαθήματα εδώ. Είναι πολύ επικίνδυνο να εξαρτηθεί κανείς από έναν ενιαίο ενεργειακό προμηθευτή. Αυτό εμφανίζεται στην περίπτωση του Βελγίου, η οποία εξαρτάται από τις γαλλικές ελεγχόμενες από το κράτος επιχειρήσεις για 90% της ηλεκτρικής ενέργειάς της. Αυτό έχει μετατρέψει το Βέλγιο σε υποτελή της Γαλλίας και των Βρυξελλών. Εάν η Ευρώπη επιτρέψει, ομοίως, η ίδια να γίνει πλήρως εξαρτώμενη ενεργειακά από τη Ρωσία, η ΕΕ σε μια δεκαετία θα είναι υποτελής του Κρεμλίνου. Προκειμένου να αποτρέψει αυτό το ενδεχόμενο η Ευρώπη πρέπει διαφοροποιήστε τους ενεργειακούς πόρους του και θεωρήστε σοβαρά τις εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειάς του. Η Γαλλία είναι 80% πυρηνική ήδη, το οποίο δείχνει ότι τουλάχιστον το Παρίσι θέλει να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τη Μόσχα σε ίση βάση. Η Γερμανία, εντούτοις, έχει αναστείλει το πρόγραμμά της για δικές της πυρηνικές εγκαταστάσεις. Δεν αποτελεί καμία σύμπτωση ότι αυτό έγινε κατά τη θητεία του Γκέρχαρντ Σρέντερ, σημερινού πολιτικού συμβούλου της Gazprom και του Putin, ο οποίος πρόκειται να μείνει στην ιστορία ως το άτομο που ξεπούλησε το Βερολίνο στη Μόσχα. Το δεύτερο μάθημα είναι ότι οι αυτοκρατορικές φιλοδοξίες της Ρωσίας πρέπει να σταματήσουν σήμερα. Είναι σημαντικό να υπερασπιστεί η Δύση την Ουκρανία και τις άλλες χώρες που βρίσκονται μεταξύ της Γερμανίας και της Ρωσίας. Δυνατότητα άμεσης παράδοσης ρωσικού αερίου στη Γερμανία μέσω της θάλασσας της Βαλτικής παρακάμπτοντας την Ουκρανία, την Πολωνία και τις Βαλτικές Χώρες, δεν πρέπει να υπάρξει. Είναι δε επιπλέον επιτακτικό η Ουκρανία να εισέλθει στο ΝΑΤΟ. Προσωπικά, πάντως, πολύ αμφιβάλω αν η Δύση και ειδικότερα η Ευρωπαϊκή Ένωση θα λάβουν σοβαρά υπόψη τις ανησυχίες και τις καταγγελίες του φιλελεύθερου οικονομολόγου Andrei Illarionov, που ήδη παραιτήθηκε από οικονομικός συμβούλος του Putin.

Η «αλεπουδίτσα» του ΠΑΣΟΚ

Το γνωστό παραμύθι του Αντερσεν «Τα Καινούργια Ρούχα του Αυτοκράτορα»χρησιμοποίησε ο Στέφανος Μάνος, για να ανταπαντήσει στους ισχυρισμούς της Αννας Διαμαντοπούλου, σχετικά με τον παραλληλισμό του με τον Δανό συγγραφέα Χανς Κρίστιαν Αντερσεν. Στο παραμύθι αυτό ως γνωστόν το μικρό παιδί αναφωνεί ότι «ο βασιλιάς είναι γυμνός». Μ' αυτόν τον εύστοχο τρόπο θέλησε ο κ. Μάνος, να επισημάνει στην κυρία του Πασοκ, ότι μόνο όσοι θωπεύουν την εξουσία δεν μπορούν να δουν τα χάλια της χώρας και να μιλήσουν τον λόγο της αλήθειας και της υπευθυνότητας. Όμως η αμετανόητη κυρία του Πασοκ, αντί να βάλει την ουρά στα σκέλια της, επικαλέστηκε ξεδιάντροπα ως απάντηση στον κ. Μάνο τον μύθο του Αισώπου, με τον κόρακα και την αλεπού. Σύμφωνα με τον μύθο, ένας κόρακας με ένα κομμάτι τυρί στο στόμα καθόταν πάνω σε ένα δέντρο. Διερχόμενη αλεπού λιγουρεύτηκε το τυρί και, για να το αποκτήσει, είπε στον κόρακα: «Τι ωραίο πουλί που είσαι, τι όμορφα που είναι τα φτερά σου. Εάν είχες και ωραία φωνή, θα γινόσουν ο βασιλιάς των πουλιών». Ο κολακευμένος κόρακας άνοιξε το ράμφος του για να αποδείξει στην αλεπού την ωραία του φωνή. Το κομμάτι του τυριού τού έπεσε και λίγο πριν το αρπάξει η αλεπού τού είπε: «Ωραία φωνή έχεις, αλλά σου λείπει το μυαλό». Η κυρία «αλεπουδίτσα» του Πασοκ, λοιπόν, απαντά στον κ. Μάνο, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι καλά τα λες, αλλά έτσι θα χάσουμε το «τυρί», δηλαδή δεν πρόκειται να δούμε εξουσία και δημόσιο κορβανά στον αιώνα τον άπαντα. Επαναλαμβάνει δηλαδή την ρήση του Μακρυγιάννη: «Αν είναι να μείνωμε ημείς νηστικοί, ας πάη στο διάβολο η ελευθερία. Έφαγαν αυτοί, ας φάμε και εμείς τώρα» [βλ. Κων. Μ. Γράψα, Διευθυντού τηε ελλ. Βουλής: «Ελληνική πολιτική εγκυγλοπαίδεια», τευχ Α΄(Η πρώτη εθνική Συνέλευσις 1843-1844), Αθήναι 1947, σελ. 21]. Η εγχώρια «αλεπουδίτσα» του Πασοκ, ωστόσο, φαίνεται, να αγνοεί, όχι μόνο την παροιμία «μια του κλέφτη δυο του κλέφτη, τρίτη και η κακή του μέρα», αλλά και το γεγονός ότι κάτι παρόμοιες ευρωπαίες «αλεπουδίτσες», σε Γαλλία και Ολλανδία, τώρα τελευταία κυκλοφορούν χωρίς ουρά. Οσονούπω δε έρχονται και στην Ελλάδα, κατά πρώτον οι δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές. Να δούμε τότε, αν η «αλεπουδίτσα» του Πασοκ θα εξακολουθεί, να κουνά την ουρά της.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ "Ε"

Γράφει σήμερα (http://www.enet.gr/online/online_text?c=111&id=89666904 ) στην "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ" ο Α. ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ: [Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το «ναι» στο «Ευρωσύνταγμα», ενώ είναι πλειοψηφικό μόνο στους κατόχους πτυχίου πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ακόμα και σε αυτή την κατηγορία, το νέο «μέτωπο της άρνησης» συγκεντρώνει το εντυπωσιακό ποσοστό του 43%, την ίδια στιγμή που στην επαγγελματική κατηγορία των «στελεχών επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελμάτων», τη μοναδική κατηγορία όπου πλειοψηφεί το «ναι», το «όχι» αγγίζει το 38%! Αυτή η μεγαλειώδης διάβρωση των νέων μεσαίων και ανώτερων μορφωτικά και επαγγελματικά στρωμάτων έρχεται να δυναμιτίσει όλη τη σχετική μυθολογία περί «μεσαίου χώρου», «κοινωνικού κέντρου» κ.λπ. (που γνωρίζει εξαιρετική άνθηση και στην Ελλάδα, τόσο από τη Ν.Δ. όσο και από το ΠΑΣΟΚ), δηλαδή, για να λέμε τα πράγματα με το πολιτικό όνομά τους, έρχεται να εξαερώσει τον ίδιο τον πυρήνα της νεοσοσιαλδημοκρατικής κοινωνικοπολιτικής στρατηγικής, ένα κατ' ουσίαν κοινό τόπο, με δυσδιάκριτες αποχρώσεις, τόσο στην κεντροαριστερά όσο και στην κεντροδεξιά σε ευρωπαϊκό επίπεδο].

Vive the extremes!

Τρεις παράγραφοι από το άρθρο του F. A. Hayek: “Why I Am Not a Conservative” εξηγούν πλήρως γιατί το σοσιαλφιλελεύθερο μέτωπο του «μεσαίου χώρου» ηττήθηκε κατά κράτος από τους «ακραίο» μέτωπο της «πολιτικής αυθεντικότητας», που εκφράστηκε από τους φασίστες, τους κομμουνιστές, τους σοσιαλιστές και τους φιλελεύθερους. “If we want a diagram, it would be more appropriate to arrange them in a triangle with the conservatives occupying one corner, with the socialists pulling toward the second and the liberals toward the third”. “Advocates of the Middle Way[4] with no goal of their own, conservatives have been guided by the belief that the truth must lie somewhere between the extremes - with the result that they have shifted their position every time a more extreme movement appeared on either wing”. “…the liberal today must more positively oppose some of the basic conceptions which most conservatives share with the socialists”.

"Απελέγχονται οι Αρχιερείς..."

Ο Αυστριακός σκιτσογράφος Γκέρχαρντ Χάντερερ, συγγραφέας του βιβλίου-κόμικς «H ζωή του Ιησού», το οποίο κατασχέθηκε από τις ελληνικές αρχές αμέσως μετά την κυκλοφορία του, τον Φεβρουάριο του 2003, καταδικάστηκε ερήμην πριν λίγες μέρες στο Πλημμελειοδικείο Αθηνών σε εξάμηνη φυλάκιση. Το βιβλίο του Γκέρχαρντ Χάντερερ στην Αυστρία πούλησε 80.000 αντίτυπα. Δέχθηκε κι εκεί επιθέσεις από την Εκκλησία, όμως δεν υπήρξε ούτε κατάσχεση ούτε καταδίκη. Στις άλλες χώρες όπου μεταφράστηκε το βιβλίο δεν υπήρξαν αντιδράσεις μεγάλης κλίμακας. Ο εκπρόσωπος του αρχιεπισκόπου Επιφάνιος Οικονόμου είχε αποφανθεί πριν από δύο χρόνια, όταν ασκήθηκε η ποινική δίωξη: «Επραξε καλώς ο εισαγγελεύς. Διότι δεν είναι δυνατόν να διακωμωδούνται τα ιερά και τα όσια και μάλιστα στο πρόσωπο του αρχηγού της Εκκλησίας μας». Είναι ο ίδιος ο εκπρόσωπος του αρχιεπισκόπου που τηλεφώνησε στο κανάλι Star τον περασμένο Ιούλιο και ζήτησε, να ματαιωθεί η προβολή της ταινίας του Σκορσέζε «Τελευταίος Πειρασμός», στο όνομα «χριστιανών που διαμαρτύρονται». Τόσο στην προδικασία, όσο και κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, βασικός μάρτυρας κατηγορίας εις βάρος του βιβλίου και του δημιουργού του υπήρξε ο πρωτοπρεσβύτερος Κυριακός Τσουρός, ο οποίος κατέχει τη νευραλγική θέση του γραμματέα της Επιτροπής επί των Αιρέσεων της Ιεράς Συνόδου. Τις μέρες αυτές, επίσης, κατά κωμικοτραγική σύμπτωση, η ελλαδική ορθόδοξη εκκλησία, «ο θεματοφύλακας των ιερών και των οσίων του γένους» αποκαλύπτεται, ότι έχει παραδοθεί στην τρυφή, στις ηδονές και στην διαφθορά. Πόσο τραγικά επίκαιρα είναι, συνεπώς, τα λόγια του ανώνυμου πατριώτη και συγγραφέα του χειρογράφου με τον τίτλο «Λίβελλος κατά των Αρχιερέων», που γράφτηκε στα χρόνια της ακμής του φιλελεύθερου κινήματος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, του οποίου την αποτυχία τελικά πλήρωσε μετέπειτα η Ελλάδα με εθνικές τραγωδίες: «[...] Οι Αρχιερείς μισούσι το φως της φιλοσοφίας καθώς οι οφθαλμιώντες τον ήλιον ή καθώς οι κλέπται τους λύχνους. Οι Αρχιερείς θέλουσι τους νέους Γραικούς αμαθείς και απαιδεύτους, δια να κύπτουσι τον αυχένα ως άλογα κτήνη εις τον ζυγόν της πλάνης. Θέλουσι τους Χριστιανούς αμαθείς, δια να πιστεύωσι ως δόγματα πίστεως τα εφευρήματα της δεισιδαιμονίας, τα οποία η Εκκλησία του Χριστού απελέγχει ως αιρέσεις. Μισούσι οι Ιεροί του Γένους τον φωτισμόν διότι πειράζει τα παράνομα αυτών εισοδήματα και τα άδικα δικαιώματα. Μισούσι του γένους τον φωτισμόν επειδή αυτός είναι η δίστομος μάχαιρα ήτις μέλλει να κατακόψη τας κεφαλάς της πολυκεφάλου ύδρας, λέγω της δεισιδαιμονίας [...]Δυσχεραίνουσιν οι Άγιοι όταν βλέπωσιν εκδιδόμενα εις φως βιβλία επιστημονικά και φιλολογικά, τα οποία φωτίζουσι το γένος [...] δίδαξόν μας, λέγω και εγώ προς σε πάτερ, ουχί την αποταγήν του κόσμου αλλά το καλώς ζην εν τω κόσμω, ουχί την μισανθρωπίαν του Τίμωνος, αλλά την φιλανθρωπίαν του Σωκράτους, ουχί οπτασίας αλλά ηθικήν, [...] ουχί τα υπέρ άνθρωπον αλλά τα ωφέλιμα εις τον άνθρωπον και τα καθήκοντα της πολιτικής κοινωνίας».

ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΚΑΡΟΛΟ ΠΑΠΟΥΛΙΑ

Όταν το μεσημέρι της 5ης Φεβρουαρίου 1994 ένας βαρύς όλμος έπληξε την αγορά της μαρτυρικής πόλης του Σαραγιέβο, της πρωτεύουσας της Βοσνίας, με αποτέλεσμα τον να φονευθούν 69 άνθρωποι και να τραυματισθούν άλλοι 200, όλοι άμαχοι, η οργή της διεθνούς κοινότητας ξεχείλισε εναντίον των Σέρβων του χασάπη Κάρατζιτς, καθώς αυτοί πολιορκούσαν την πόλη.Οι Σέρβοι δεν αποδέχθηκαν την ευθύνη για την εκτόξευση του όλμου και την απέδωσαν σε προβοκάτσια των μουσουλμάνων, ώστε να προκληθεί επέμβαση της διεθνούς κοινότητας στην Βοσνία.Λίγες μέρες αργότερα ο γάλλος δημοσιογράφος Μπερνάρ Βολκέρ ισχυρίστηκε, ότι από μια έκθεση του ΟΗΕ αποδεικνυόταν ότι όλμος είχε εκτοξευθεί από τον μουσουλμανικό τομέα του Σαραγιέβο. Τον Μάρτιο του 1994 ο Βολκέρ αποκάλυψε ότι πηγή των πληροφοριών του ήταν το ελληνικό υπουργείο των εξωτερικών, με επικεφαλής τότε υπουργό τον Κάρολο Παπούλια. Συγκεκριμένα είπε ότι οι αποκαλύψεις του είχαν βασιστεί σ’ ένα τηλεγράφημα, που είχε περιέλθει στην κατοχή του και έφερε την υπογραφή του τότε επίσημου μεσολαβητή του ΟΗΕ λόρδου Όουεν. Στο τηλεγράφημα που απέστειλε ο Όουεν στο ελληνικό υπουργείο των εξωτερικών (η Ελλάδα είχε τότε την προεδρία της Ε.Ε.) αναφερόταν εντός εισαγωγικών η ιστορία, που είχε διαδοθεί από το πρακτορείο ειδήσεων Τανγιούγκ, ότι πηγές του ΟΗΕ δήλωναν ότι ο όλμος είχε εκτοξευθεί από τους μουσουλμάνους.Ο Όουεν στα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1995 με τον τίτλο «Balkan Odyssey», ισχυρίζεται (σελ. 261) ότι μολονότι αναμετέδωσε την είδηση του πρακτορείου ειδήσεων Τανγιούγκ μέσα σε εισαγωγικά, «η ελληνική προεδρία μετέδωσε το COREU (τηλεγράφημα) χωρίς τα εισαγωγικά κι έτσι σε επόμενο στάδιο, όταν είχαμε την πρώτη μας διαρροή των τηλεγραφημάτων, δόθηκε η εντύπωση ότι η παράγραφος του τηλεγραφήματός μου, χωρίς τα εισαγωγικά πλέον, ήταν δική μου άποψη και όχι του Τανγιούγκ». Ο δε Βολκέρ δήλωνε στις 21 Μαρτίου 1994 (βλ. «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ»): «Το τηλεοπτικό μας κανάλι δεν είχε κανένα λόγο να φανταστεί ότι μια εμπιστευτική αναφορά μπορούσε να είχε αλλοιωθεί είτε από τυπογραφικό λάθος είτε από χειρισμό». Τελικά η παραχάραξη του εγγράφου Όουεν από τις ελληνικές αρχές υπήρξε ένα τυχαίο γεγονός ή μια συνειδητή προσπάθεια παραπληροφόρησης της διεθνούς κοινής γνώμης από το ελληνικό υπουργείο των εξωτερικών και από τον τότε προϊστάμενό του υπουργό Κάρολο Παπούλια, αναφορικά με τα εγκλήματα των Σέρβων του Κάρατζιτς; Κι αν δεχτεί κανείς, ότι επρόκειτο για τεχνικό λάθος κατά την αναμετάδοση από ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, τότε, όπως πολύ σωστά διερωτάται και ο Τάκης Μίχας στο πολύκροτο βιβλίο του «Η Ανίερη Συμμαχία» (εκδ. «ΕΛΑΤΗ», 2003), «γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν δημοσιοποίησε εξαρχής την ιστορία, βάζοντας έτσι τέρμα στις φημολογίες γύρω από την πιθανή προέλευση του όλμου; Τι νόημα είχε να αφήνει τις εικοτολογίες να πλανώνται;». Ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει αμέσως παρακάτω, ότι «ο Υπουργός των Εξωτερικών Κάρολος Παπούλιας ήταν ένθερμος υποστηρικτής του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς καθώς και έντονος επικριτής της παρουσίας του ΝΑΤΟ στην περιοχή». Επιπλέον όταν ο Κάρολος Παπούλιας μετέβη στο Βελιγράδι στις 23 Σεπτεμβρίου του 2000, ως "παρατηρητής" των εκλογών της επόμενης ημέρας δήλωνε: "Βλέπει κανένας πάλι την παρέμβαση των δυνάμεων εκείνων που θέλουν την ανατροπή του Μιλόσεβιτς. Αυτές βρίσκονται στις ΗΠΑ ή σε ορισμένες μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις... Όποιες επικρίσεις ή όποια κριτική κι αν κάνουμε στον πρόεδρο Μιλόσεβιτς, υπάρχει μια σταθερή βάση στα εσωτερικά πράγματα της Γιουγκοσλαβίας. Η πολιτική ζωή της Σερβίας χαρακτηρίζεται από έναν πατριωτισμό, εθνικισμό, ο οποίος θα εκφραστεί... Τα ελληνικά συμφέροντα διαφοροποιούνται από τα συμφέροντα των ΗΠΑ και των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών στην περιοχή μας και ιδιαίτερα στη Γιουγκοσλαβία είναι τελείως διαφορετικά". Παρότι η νοθεία των εκλογών αυτών οδήγησε στην ανατροπή Μιλόσεβιτς, ύστερα από εξέργερση του σερβικού λαού, ο Κάρολος Παπούλιας είχε αποφανθεί, ότι ήταν έντιμες!!Ουδέποτε δε ο Κάρολος Παπούλιας έκρυψε τα αντιδυτικά και αντιφιλελεύθερα άισθήματά του. Μετά ταύτα και ενόψει της υποψηφιότητας του Κάρολου Παπούλια ως ΠτΔ με ενδιαφέρον αναμένω, να δω ως φιλελεύθερος πολίτης, αν οι δύο προσφάτως εκλεγμένοι με το ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ φιλελεύθεροι βουλευτές, θα ψηφίσουν υπέρ της εκλογής του σ' αυτό το αξίωμα. Κάθε φιλελεύθερος, πάντως, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση, να στηρίξει μια τέτοια υποψηφιότητα.

Τα κάλαντα του Milton Friedman

Την ίδια ώρα που κάποιοι συμβιβασμένοι και αφελείς φιλελεύθεροι στην Ελλάδα ρίχνουν γέφυρες συνεργασίας με την σοσιαλδημοκρατία, ο Milton Friedman βάζει τα πράγματα στη σωστή τους θέση και διαλύει αυταπάτες: «we have succeeded in stalling the progress of socialism, but we have not succeeded in reversing its course. We are still far from bringing practice into conformity with opinion». The Battle's Half Won By MILTON FRIEDMAN WSJ December 9, 2004 In the almost six decades since the end of World War II, intellectual opinion in the United States about the desirable role of government has undergone a major shift. At the end of the war, opinion was predominantly collectivist. Socialism -- defined as government ownership and operation of the means of production -- was seen as both feasible and desirable. Those few of us who favored free markets and limited government were a beleaguered minority.In subsequent decades opinion moved away from collectivism and toward a belief in free markets and limited government. By 1980 opinion had moved enough to enable Ronald Reagan to win the presidency on a quasi-libertarian agenda.The collapse of the Soviet Union in 1989 delivered the final blow to the belief in socialism. Hardly anyone today, from the far left to the far right, regards socialism in the traditional sense of government ownership and operation of the means of production as either feasible or desirable. Those who profess socialism today mean by it a welfare state.Over the same period, the actual role of government in the United States also changed drastically -- but in precisely the opposite direction. In the first postwar decade, 1945 to 1955, government non-defense spending, federal, state and local, equaled 11.5% of national income, varying from a high of 16% in 1949 to a low of 8.5% in 1952. From then on, spending rose rapidly. By 1983, government non-defense spending reached 30% of national income, nearly triple the average amount in the first postwar decade. In addition, over the same period, government intrusion into business and private affairs exploded (a small sample: Medicare, Medicaid, Americorps, Head Start, Job Corps, EPA, OSHA, CPSC, LSC, EEOC). No doubt the growth of government was one reason for the shift in public opinion. Big government in practice proved less attractive than big government in prospect.Reagan's election brought the growth in government non-defense spending to a halt. As of 2003, government non-defense spending equaled 30% of national income, the same as it was in 1983. Government intervention through regulation and controls did fall somewhat during Reagan's presidency, but has since resumed its steady rise.To summarize: After World War II, opinion was socialist while practice was free market; currently, opinion is free market while practice is heavily socialist. We have largely won the battle of ideas (though no such battle is ever won permanently); we have succeeded in stalling the progress of socialism, but we have not succeeded in reversing its course. We are still far from bringing practice into conformity with opinion.That is the overriding non-defense task for the second Bush term -- as President Bush clearly recognizes. It will not be an easy task, particularly with Iraq threatening to consume his political capital.

ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΕΠΑΝΕΚΛΕΓΕΙ Ο ΜΠΟΥΣ

«Senator John Kerry goes toward the election with a base that is built more on opposition to George W. Bush than loyalty to his own candidacy», γράφουν πολύ ευστοχα οι «New York Times». Όμως, αυτό και μόνο αρκεί, κατά τη γνώμη μου, για να επανεκλεγεί ο πρόεδρος Bush!!Η εποχή των πολιτικών του πραγματισμού και της αποιδεολογικοποίησης (Κλίντον, Σρέντερ, Κωστάκης, Γιωργάκης κλπ) έχει περάσει ανεπιστρεπτί στην Αμερική. Ο μέσος αμερικανός ζητάει πλέον ξεκάθαρες πολιτικές απαντήσεις και στάσεις, που μόνο τα λεγόμενα «άκρα» μπορούν να προσφέρουν και όχι οι πολιτικάντικες συνταγές «ολίγον από γιουβέτσι», αλά Dick Morris και Λούλη!!

Vote for President Bush

Η εφημερίδα «The Washington Post» με κύριο άρθρο της (http://www.washingtonpost.com/wp-dyn/articles/A57584-2004Oct23.html) τάσσεται, όπως ο Σιράκ, ο Σρέντερ, ο Θαπατέρο, ο Πρόντι και, βέβαια, ολόκληρο το φαιοκόκκινο πολιτικό φάσμα του ανάδελφου ελληνικού έθνους με τον μάγο της φυλής Χριστόδουλο μπροστάρη, υπέρ της καταψήφισης του προέδρου Bush στις επικείμενες αμερικανικές εκλογές. Το άρθρο του Dr. Harry Binswanger που ακολουθεί, προσεγγίζει, κατά τη γνώμη μου, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το δίλημμα των επικείμενων αμερικανικών εκλογών. Vote for President Bush by Harry Binswanger (October 21, 2004) Article website address: http://www.CapMag.com/article.asp?ID=3982 At this late date, after the three debates, the nature of this campaign is set, and the meaning of this election has come into focus for me. The meaning is: independence vs. dependence. The Bush policies favor America retaining its sovereignty--cooperating with allies as and when they are willing--and America on the offensive. The Kerry program favors America surrendering that independence to curry favor with the bribed French and the America-hating despots at the U.N. At a time when we are at war, after we have experienced an attack worse than Pearl Harbor, the main issue in this election has to be the war. And, appropriately, Bush has made it the main issue--both at the Republican convention and since. The Bush doctrine, for all its timid, bumbling, and altruism-laced implementation, intends America to act, to use its military might offensively, even when half the world protests against it. Kerry's "instincts" are to negotiate, conciliate, and retreat. It has been clear from the beginning of this overly long campaign that Kerry's fixation on "working with allies" does not represent a concern with any practical benefit to be attained but is an expression of his anti-American, anti-war views--views essentially unchanged from his anti-Vietnam War days. Contrary to some of his more recent statements, Kerry does not think that Iraq in particular was "the wrong war in the wrong place at the wrong time": he thinks any military self-assertion by America is wrong. Whether or not Kerry is personally a second-hander desperate for the approval of his European-cum-Harvard authority-figures does not much matter. The issue is deeper than his personal psychology. The issue is America's moral right to take independent action in defending American lives. The Europeans scolds are only the external symbol of Kerry's internal premise: America is a morally stained nation, with much to apologize for in general, and it should therefore be humble, not self-assertive, in world affairs; we should approach Europe and the U.N. with hat in hand, with head held low, and humbly ask for their approval. Actually, not just for their approval but for their forgiveness--forgiveness for what we are, for being America. This worldview is clear from not only from his many statements (usually later retracted or "clarified") during this campaign, but from his unapologized-for, unretracted anti-Vietnam-War activities and his virtually unbroken 20-year record of anti-defense votes in the Senate. It is also inherent in the leftist, altruist-statist philosophy that has earned him the rating of the most "liberal" senator. On a symbolic or sense-of-life level, Bush evokes the cowboy. The cowboy ethos is something that anti-Americans hate and fear. As Andrew Bernstein stated in his op-ed on the subject, "What we honor about the cowboy of the Old West is his willingness to stand up to evil and to do it alone, if necessary. The cowboy is a symbol of the crucial virtues of courage and independence." In this regard, consider the symbolic significance of a seemingly trivial line Bush used in his acceptance speech: "Some people say I swagger, but in Texas we call it walking." This was a wry way of saying, "I'm not going to apologize for the firm, decisive attitude that people call my 'arrogance' but which is something natural to me, and I'm proud of it." That's the overview. But what makes the choice in this election agonizingly difficult is that there are so many contradictions and dangers in Bush's approach and his record. I do not at all mean to minimize the arguments for voting against Bush, and several times in the last few months I have leaned toward voting for Kerry. Let me now tell you why I still favor Bush despite the very worrying negatives he presents. The main negative, is of course, Bush's religiosity. The growth of religion in America is alarming. And it can only get worse, whether or not Bush is re-elected. It is some consolation that Bush has not made his campaign center on religion: that means that a Bush re-election cannot be taken as a mandate for tearing down the church-state barrier. But religion is growing in influence and will continue to grow because of its monopoly on morality. People need moral guidance, and if they can't find that guidance in any rational, secular philosophy, most of them will seek it from where it is being offered: religion. Not only can one not find a rational, non-religious code of ethics in today's intellectual world, our intellectuals have long been proclaiming that a rational morality is impossible in principle. Back in 1964, the then chairman of the UCLA philosophy department summarized the party line in philosophy: "There are no ethical truths. . . . You are mistaken to think that anyone ever had any answers. There are no answers." The entire "post-modern" and "deconstructionist" movements in philosophy are premised on the impossibility of objective values and objective truth. One of America's most prestigious philosophers, Richard Rorty, wrote: "Nothing grounds our practices, nothing legitimizes them, nothing shows them to be in touch with the way things are." Religion will always win, in the long run, when people are forced to choose between religious answers and no answers, between mysticism and skepticism. These are, of course, false alternatives. The real alternative to both mysticism and skepticism is the Objectivist philosophy of Ayn Rand. Objectivism defends reason, objectivity, and a morality of rational self-interest, with man's life as its standard of value. But Objectivism is as yet only a faint, flickering candle on the edge of our cultural darkness. What, then, is the significance for the growing strength of religion in the choice between Bush and Kerry? First, I don't think that the election of Kerry would slow the growth of religion. The religious right could well grow stronger, not weaker, under a Kerry presidency, because a Kerry administration would demonstrate even more clearly the intellectual bankruptcy and destructiveness of the skeptics and nihilists. Second, I don't think electing Bush will mean a dramatic acceleration of the erosion of the wall between church and state. Don't get me wrong--things will get worse in this regard, but not dramatically so. Remember, the question here is not the election but the re-election of Bush. We have already seen almost four years of a Bush administration. In regard to religion, these four years have not been a pretty sight, but they have not been an apocalypse either. Since this election is not a referendum on religion, I expect the next four years to show the same rate of degradation of our right to freedom from religion. Nor is it the case that the left offers any alternative to the threats to the mind offered by the religious right. Censorship? We already have the shocking McCain-Feingold abridgement of the right of free speech--and in regard to political elections, no less. The left is no longer composed of liberals and no longer even supports free speech. The left has slid further than the right down the abyss into shackles on the mind, with "hate crimes," government-controlled pseudo-science ("global warming" and all of environmentalism), and general "political correctness." Further, bear in mind that the left remains firmly in control of the universities, the educational system, and, to a lesser extent, the mainstream media. The growth of religiosity, frightening as it is, is a grass-roots phenomenon. The citadels of the intellectual leadership remain, unbreached, in the hands of the skeptic-nihilists. In the intermediate term, we have more to fear from the Rorty's than from the Jerry Falwells. On a world-historical scale, measured in half-centuries, the power of the skeptic-nihilists is indeed spent. But in the intermediate term, they have the power to do much more damage to this country than does the religious right. I agree with Robert Tracinski's point: "The growing influence of the religious right at home is indeed an ominous threat to liberty. But whether or not America retreats in the War on Terrorism will be decided in the next four years. Whether or not America maintains the separation of church and state is an issue that will be fought over a much longer time. It is a threat that is gathering strength, not one that has come to a head." ("Anti-Bushites for Bush," The Intellectual Activist, Sept. 2004) The fact that the left is now philosophically bankrupt and has no further place to go does not mean that they are not a tremendous threat culturally and in terms of our physical safety from terrorist attacks. Some Objectivists have argued that while Bush cannot succeed at instituting an American theocracy in next four years, he can do the equivalent, in regard to establishing religion, to what FDR did in establishing the welfare state. I don't think the analogy holds. FDR came to office in the midst of an economic emergency and began straightaway to implement a (disastrously false) economic "remedy." Bush is running for, I repeat, re-election in the midst of a military emergency. This election is not about religion (especially since Kerry, in the third debate, suggested that he is even more religious than Bush). Bush cannot take even a landslide victory as endorsement of his religious views or a mandate to jettison the First Amendment. But, by the same token, a Bush defeat would be a message to the world that America has lost the will to fight terrorism offensively by means of ending the states that sponsor terrorism. It would also be a clear message that Americans reject bringing moral concepts to bear on foreign affairs, as in Bush's important phrase about the "axis of evil." Behind Bush looms the ugly specter of the Bible-thumping religious right. But behind Kerry, in the same proportion, looms the at least equally ugly specter of the America-hating, nihilist Angry Left. There really is no "lesser evil" here, and were it just that, I would refuse to vote for either candidate. But it is not just that. There is also the direct issue of this campaign--issue of the war, and of America's sovereignty. It's not that Bush is right about the war; it is that he is significantly less wrong than Kerry. A final thought for Objectivists who are still undecided. Think back to the election of 2000. Most Objectivists either supported Bush against Gore, or at least were quite relieved that Bush won--and this despite the very apparent negatives that Bush had and still has. If you are glad that Bush defeated Gore, doesn't it follow that now, in more dangerous times, when we know what Bush has done for four years, you would be at least as glad to see Bush defeat a man much worse than Gore on most issues, including religion?

«Η ΕΥΓΕΝΗΣ ΜΑΣ ΤΥΦΛΩΣΙΣ»

Επισημαίνει ο καθηγητής Γιάννης Ν. Γιανουλόπουλος στο εκπληκτικό και πάντα επίκαιρο βιβλίο του με τον τίτλο «Η ευγενής μας τύφλωσις» (εκδ. Βιβλιόραμα, 1999): Ο Δηλιγιάννης «ήλπιζε σε ευρωπαϊκό ναυτικό αποκλεισμό, ο οποίος θα επέβαλε στην Ελλάδα να σταματήσει τις δια συγκεκριμένων πράξεων προκλήσεις που οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια» στον «ατυχή» ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. «Μια τέτοια ενέργεια όχι μόνο θα προσέφερε στον έλληνα πρωθυπουργό σωτήρια διαφυγή από το αδιέξοδο, αλλά θα του εξασφάλιζε και σημαντικά πολιτικά οφέλη. Θα μπορούσε ακάθεκτος, ενώπιον του αθηναϊκού τύπου και του εκλογικού σώματος, να συνεχίζει την εθνικώς υπερήφανη πολιτική των φραστικών απειλών κατά των παντείων εχθρών του ελληνισμού και ταυτοχρόνως να καταγγέλλει τις Μεγάλες Δυνάμεις που εμπόδιζαν ένα μικρό αλλά εντελώς ξεχωριστό λαό να εκπληρώσει την ιστορική του αποστολή. Ο Δηλιγιάννης, ήλπιζε, εν άλλοις λόγοις, σε μια επανάληψη της τελευταίας πράξης του «ειρηνοπολέμου» του 1885-1886».Το ότι αυτό δεν συνέβη, θα καταλογισθεί «στην εκπορνευθείσα υπό του συμφέροντος Ευρώπην»: Ότι, δηλαδή, αυτή δεν επενέβη εγκαίρως, (με ναυτικό αποκλεισμό του Πειραιώς, δεν εξανάγκασε την Ελλάδα σε αποστράτευση, όπως το 1886, και δεν εμπόδισε τον απόπλου του στόλου της για την Κρήτη), υποχρεώνοντάς την, έτσι, να αλλάξει πολιτική, ενώ έβλεπε πολύ καθαρά «που θα έφερε το Ελληνικόν Έθνος η ευγενής του τύφλωσις» (κυπριακή εφημερίδα «Σάλπιγξ», Λεμεσός, 14 Ιουνίου 1897). Όπως τότε, έτσι και σήμερα, στο κυπριακό οι «μεγάλες δυνάμεις» ουδόλως ασκούν σοβαρές πιέσεις στους Καραμανλή-Παπαδόπουλο, υπέρ του «ΝΑΙ», και συνεπώς δεν είναι εμφανείς στην κοινή γνώμη οι επακόλουθες συνέπειες ως προς τη διεθνή παρουσία της Ελλάδας ενός μετά βεβαιότητας επερχόμενου εθνο-εθνικιστικού «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου. Όπως τότε, έτσι και σήμερα, η πολιτική εξουσία σε Ελλάδα και Κύπρο, γαλουχημένη και εγκλωβισμένη και η ίδια, όπως και η «Δημοσία Ελληνική Συνείδησις» (κοινή γνώμη), στα νάματα της κυρίαρχης ιδεολογίας του «εθνοτικού εθνικισμού» και της συνακόλουθης «πατριδορητορείας των τριόδων», αδυνατεί, να προτείνει την υπερψήφιση του «ΝΑΙ», φοβούμενη το πολιτικό κόστος. Έτσι, υπάρχει, πράγματι, περίπτωση, στο άμεσο μέλλον οι Καραμανλής-Παπαδόπουλος να βρεθούν ενώπιον πολιτικής ή κυβερνητικής κρίσης εξαιτίας των αρνητικών επιπτώσεων στις σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία, τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες θα προκληθούν από την επερχόμενη απόρριψη του σχεδίου του γ.γ. του ΟΗΕ, και, ενδεχομένως, να χάσουν την εξουσία τους. Τούτο, ωστόσο, ουδόλως θα σημάνει κατ’ ανάγκη και την οριστική ήττα στην Ελλάδα της κυρίαρχης ιδεολογίας του «εθνοτικού εθνικισμού», καθώς, όπως δείχνει η ελληνική ιστορία, πολύ μεγαλύτερες συμφορές από την επερχόμενη, όχι μόνο δεν αναχαίτισαν την συγκεκριμένη ιδεολογία, αλλά τουναντίον την ενδυνάμωσαν.

ΜΙΑ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΑΝΑΝ

Τέσσερις είναι οι βασικές φιλελεύθερες ιδεολογικές αρχές: 1. individual liberty 2. limited government 3. free market 4. peace Όλες οι παραπάνω αρχές υπηρετούνται πλήρως με το προτεινόμενο σχέδιο του γ. γ. του ΟΗΕ.Η έμφαση στον εθνικιστικό «ζουρλομανδύα» της πολιτικής κυριαρχίας στο κυπριακό κράτος μόνο συμφορές μέχρι σήμερα έχει προσφέρει στον Ελληνισμό της Κύπρου, όπως επίσης και στον Ελληνισμό γενικότερα. Άφευκτος, συνεπώς, ένας λόγος του Σεφέρη:«Ότι από την Ελλάδα μ' εμποδίζει να σκεφτώ τον Ελληνισμό, ας καταστραφεί» (Μέρες Γ΄, σελ. 95).

ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ

Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος στο ναό του Αγίου Γεωργίου στη Ριζάρειο Σχολή, όπου λειτούργησε στις 13/03/04, απεφάνθη ότι, «καθένας σ' αυτό τον τόπο, που θέλησε να παραβλέψει και να περιφρονήσει την Εκκλησία και το θρησκεύοντα λαό μας, ετέθη στο περιθώριο». Διευκρίνισε δε ότι «αυτό αποτελεί ιστορική νομοτέλεια, η οποία εφηρμόζετο, εφαρμόζεται και όπως δείχνουν τα πράγματα θα εφαρμόζεται μέχρι συντελείας των αιώνων».Ποιος άραγε μπορεί να διαφωνήσει με την αλήθεια αυτής του της διαπίστωσης; Γεμιστός Πλήθων, Μεθόδιος Ανθρακίτης, Χριστόδουλος Παμπλέκης, Ευγένιος Βούλγαρης, Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Βενιαμίν Λέσβιος, Στέφανος Δούγκας, Νεόφυτος Δούκας, Αθανάσιος Ψαλίδας, Κωνσταντίνος Κούμας, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Αδαμάντιος Κοραής, Ρήγας Βελεστινλής, Θεόφιλος Καίρης, Ανδρέας Λασκαράτος, Παναγιώτης Συνοδινός, Νίκος Καζαντζάκης. Όλοι τους και όσοι ακολουθήσουν βρίσκονται στο περιθώριο της καρδιάς μας!!

ΕΛΛΑΔΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ

"Εκτός από την χρήση της μεσογειακής Ορθοδοξίας για ενδοελληνικές χρείες, όπου ως ελλαδική εκκλησία είναι μία απομονωμένη πνευματικώς κατάσταση, υπάρχει και μια άλλη διάστασή της με διαστάσεις παγκοσμιότητος. Είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το Πατριαρχείο είναι η ευρωπαϊκή διάσταση της Τουρκίας. Καθ' εαυτήν η Τουρκία μπορεί να θεωρηθή χώρα ευρωπαϊκή μόνο κατά το μέτρο που απετέλεσε κάποτε το ισοζύγιο της πολιτικής των ευρωπαϊκών κρατών και ακριβώς σαν τέτοια ''εξωτερικά'' μόνο αποτελεί ευρωπαϊκή διάσταση. Κάποτε με τις διακυμάνσεις του ''Ανατολικού ζητήματος'' ελήφθησαν αποφάσεις διαλύσεώς της, πράγμα που σημαίνει ότι ο δεσμός της με την Ευρώπη είναι γεωπολιτικός και όχι εσωτερικά πολιτιστικός. Το Πατριαρχείο, αντίθετα, αποτελεί πολιτιστική και ιστορική διάσταση της ίδιας της Ευρώπης, δηλ. εσωτερικόν παράγοντα της ευρωπαϊκής ιστορικής εξελίξεως. Νοητικά μόνο - π.χ. στην σκέψη ενός τεχνοκράτη της πολιτικής - το Πατριαρχείο θα μπορούσε και να εκλείψη. Πρακτικά είναι τόσο απαραίτητο στην Ευρώπη όσο η ίδια η Ρώμη ή το Καντέμπουρυ. Η ελλαδική Ορθοδοξία με το Πατριαρχείο υπό τα τρέχοντα δεδομένα δεν έχει εσωτερική σχέση, μάλιστα δε, λόγω της ''εθνικής κλειστότητος'' της ελλαδικής Ορθοδοξίας, η σχέση των είναι κατ' ουσίαν αντιθετική". Αυτά έγραφε στο βιβλίο του ''Η Ανατολική Μεσόγειος ως ευρωπαϊκή ιστορία'' (σελ. 280-281, τομ. Α΄, Αθήνα 1984) πριν από είκοσι σχεδόν χρόνια ο Λευκαδίτης συγγραφέας Γεράσιμος Σ. Κακλαμάνης, ο αγαπητός φίλος και ''αντίπαλος'' για τον γράφοντα, που «έφυγε» από κοντά μας πριν λίγους μήνες. Ιδού, μάλιστα τώρα, που η Τουρκία, προς έκπληξη πολλών, δείχνει ότι αρχίζει να κατανοεί τον οικουμενικό ρόλο του Πατριαρχείου και την αξία της πολιτιστικής του ιστορίας. Γράφει σχετικά η τουρκική εφημεριδα ''Χουριέτ'' με αφορμή την πρόσφατη διένεξη της ελλαδικής ορθόδοξης εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο (Ελευθεροτυπία, 20-10-2003): "...το Ορθόδοξο Πατριαρχείο, ακόμη και σε περίπτωση που δεν θα μείνει κανένας Έλληνας στην Τουρκία, θα εξακολουθήσει να υπάρχει. Αυτό είναι η ιστορική πραγματικότητα. Συνεπώς, υπό την έννοια αυτήν και με βάση τις σχέσεις μας με το χριστιανικό κόσμο, πρόκειται για θεσμό με βαρύτητα". Δυστυχώς, όμως η Ελλάδα, δέσμια του "θεολογικού εθνικισμού" (Alexander Schmemann) της ελλαδικής ορθόδοξης εκκλησίας, κάθε άλλο παρά δείχνει να αποδέχεται και να αναγνωρίζει τον οικουμενικό και διεθνή ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο βαθμό και στο μέτρο που ο ρόλος αυτός δεν θα αποτελεί ταυτόχρονα και μέσον επιβολής της ελληνικής εθνικής ταυτότητας και υποστήριξης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στα λεγόμενα «εθνικά Θέματα». Επιτρέπεται, όμως, αυτός να είναι ο ρόλος ενός θρησκευτικού δόγματος στον εικοστό πρώτο αιώνα; Και ακόμη περισσότερο, επιτρέπεται σε μια χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης η εξωτερική της πολιτική, και όχι μόνον, να συγκαθορίζεται από το εθνικιστικό ιερατείο ενός θρησκευτικού δόγματος; Δεν θα ήταν προτιμότερο και επωφελέστερο για Ελλάδα και Τουρκία, θεσμοί, όπως το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και πραγματικότητες, όπως η μειονότητα της Θράκης, να αποτελούν γέφυρες φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των λαών αντί για στοιχειωμένα βαλκανικά φαντάσματα του αιματοβαμμένου παρελθόντος;