Friday, January 09, 2015

Εφεξής θα επιτίθενται σχεδόν αποκλειστικά στην ηπειρωτική Ευρώπη


Με αφορμή την τρομοκρατική επίθεση στη Γαλλία καθίσταται, θεωρώ, εξαιρετικά επίκαιρο ένα παλαιότερο άρθρο μου στην εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ" με τον τίτλο: [Η επιβολή του "λόγου"], που αναφέρεται στη γαλλική (αντι-λιμπεραλιστική) ορθολογική παράδοση. 

(Μπορείτε, να δείτε το άρθρο στο σύνδεσμο: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=182185).

Η γαλλική (αντι-λιμπεραλιστική) ορθολογική παράδοση

1. Με την κυριαρχία της στην ηπειρωτική Ευρώπη, οδήγησε στον "έλλογο" σχεδιασμό και στην επιβολή της ΟΝΕ άνωθεν, δηλαδή δίχως χαγεκιανές κοινωνικο-πολιτικές διαδικασίες "αυθόρμητης τάξης".

2. Με το αντιθρησκευτικό της μένος, εξοβέλισε την θρησκευτική ανοχή, επιβάλλοντας λ.χ. την ποινικοποίηση της μαντίλας. 

Ως αποτέλεσμα επέφερε:

1. Την σημερινή πρωτόγνωρη οικονομική κρίση στην ηπειρωτική Ευρώπη. 

2. Τον πλήρη ιδεολογικό-πολιτικό εκφασισμό της Γαλλικής κοινωνίας και την κατακόρυφη άνοδο του φασισμού, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας σε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης. 

3. Πολιτισμική σύγκρουση.

Άλλοι έχουν για προσκέφαλο το "The Constitution of Liberty" του Hayek άλλοι το «The God Delusion» του Richard Dawkins. Ο αγγλοαμερικάνικος Διαφωτισμός το πρώτο, η ηπειρωτική Ευρώπη του γαλλικού Διαφωτισμού το δεύτερο.

Ο πρώτος, (σε αντίθεση με τον δεύτερο), δεν θέτει σε εισαγωγικά το ρήμα "προσβάλλει".

Η προσβολή και το δικαίωμα προσβολής είναι δεδομένα για τον πρώτο. Για τον δεύτερο ισχύει η παραδοξότητα να μην παραδέχεται την προσβολή, αλλά μόνο δικαίωμα προσβολής.

Το Ισλάμ με τα σκίτσα του Μωάμεθ, εξεγέρθη λόγω της άρνησης του Ράσμουσεν τότε να θεωρήσει, ως προσβλητικά τα σκίτσα. Δεν εξεγέρθη προκειμένου, να επιτύχει, να μην δημοσιεύονται τέτοια σκίτσα και να απαγορευτούν.

Κάθε επιθυμία επιβολής στον κόσμο ενός σχεδιασμένου εκ των προτέρων λογικού προτύπου αντί της διαμόρφωσης ενός πλαισίου παροχής ευκαιριών για ελεύθερη ανάπτυξη μέσω της απρόσκοπτης λειτουργίας των κοινωνικοπολιτικών διαδικασιών της χαγιεκιανής «αυθόρμητης τάξης» καταλήγει μέσω της βέβαιης αποτυχίας του σε τερατώδη οπισθοδρόμηση. Στον φασισμό, στον ρατσισμό, στην ξενοφοβία, στην πολιτισμική σύγκρουση, στην οικονομική οπισθοδρόμηση.

Περιττό να τονίσω, ότι η τρομοκρατική επίθεση στη Γαλλία θεωρώ, ότι θα επιδεινώσει κατακόρυφα τις ήδη πολύ αρνητικές κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία και στην Ευρώπη (ξενοφοβία, ρατσισμός, φασισμός, φτώχεια) καθιστώντας τες μάλλον μη αναστρέψιμες. Οι δε τρομοκρατικές επιθέσεις εφεξής θα στρέφονται σχεδόν αποκλειστικά εναντίον της ηπειρωτικής Ευρώπης.

(Επισυνάπτω παρακάτω μερικά σχετικά αποσπάσματα από τον F. A. Hayek)

[Ενώ η ορθολογιστική παράδοση θεωρεί ότι ο άνθρωπος ήταν εξαρχής προικισμένος τόσο με τα διανοητικά όσο και τα ηθικά χαρακτηριστικά που του επέτρεψαν να διαμορφώσει σκόπιμα τον πολιτισμό του, οι οπαδοί της εξέλιξης κατέστησαν σαφές ότι ο πολιτισμός ήταν το συσσωρευμένο μέσα από δυσκολίες αποτέλεσμα δοκιμών και λαθών, το άθροισμα της εμπειρίας που εν μέρει μεν μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά ως ρητή γνώση, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό ήταν ενσωματωμένο σε εργαλεία και θεσμούς που αποδεικνύονταν κάθε φορά στην πράξη ανώτεροι - θεσμοί των οποίων τη σημασία θα μπορούσαμε ίσως να ανακαλύψουμε μέσω της ανάλυσης, αλλά ούτως ή άλλως εξυπηρετούν τους σκοπούς των ανθρώπων ακόμα κι αν αυτοί δεν τους κατανοούν. Οι Σκοτσέζοι θεωρητικοί είχαν μεγάλη επίγνωση του πόσο εύθραυστο ήταν αυτό το τεχνητό οικοδόμημα του πολιτισμού, που στηρίζονταν στο γεγονός ότι τα πρωτόγονα και άγρια ένστικτα του ανθρώπου δαμάζονταν και περιορίζονταν από θεσμούς που ο άνθρωπος ούτε είχε σχεδιάσει, ούτε μπορούσε να ελέγχει. Αυτοί οι στοχαστές απείχαν πάρα πολύ από το να υποστηρίζουν αφελείς απόψεις - που αργότερα άλλοι φόρτωσαν άδικα στο λιμπεραλισμό τους - όπως η “φυσική καλοσύνη του ανθρώπου”, η ύπαρξη μιας “φυσικής αρμονίας συμφερόντων” ή τα ευεργετικά αποτελέσματα της “φυσικής ελευθερίας” (παρότι μερικές φορές χρησιμοποιούσαν την τελευταία φράση). Ήξεραν ότι το τεχνούργημα των θεσμών και των παραδόσεων ήταν αναγκαίο προκειμένου να συμφιλιώνονται τα συγκρουόμενα συμφέροντα. Το πρόβλημα που τους απασχολούσε ήταν με ποιον τρόπο “το πρώτο κινούν την ανθρώπινη φύση - η φιλαυτία - να πάρει τέτοια κατεύθυνση σ’ αυτή την περίπτωση (και σε όλες τις άλλες) ώστε να προάγει το δημόσιο συμφέρον μέσα από τις προσπάθειες που καταβάλλει ούτως ή άλλως για να προαγάγει το ατομικό συμφέρον”. Εκείνο που έκανε αυτές τις προσπάθειες επωφελείς δεν ήταν η “φυσική ελευθερία” με οποιαδήποτε κυριολεκτική της εννοιολόγηση, αλλά οι θεσμοί που έχουν εξελιχθεί για να προστατεύουν “τη ζωή, την ελευθερία και την ιδιοκτησία”. Ούτε ο Λοκ ούτε ο Χιουμ, ούτε ο Σμιθ ούτε ο Μπερκ θα υποστήριζαν ποτέ, όπως έκανε ο Μπένθαμ, ότι “κάθε νόμος είναι ένα δεινό, γιατί κάθε νόμος συνιστά παραβίαση της ελευθερίας”. Το επιχείρημά τους δεν ήταν ποτέ ένα πλήρες laissez faire, το οποίο όπως δείχνουν οι ίδιες οι λέξεις, είναι κι αυτό μέρος της γαλλικής ορθολογιστικής παράδοσης που κανένας από τους Άγγλους κλασικούς οικονομολόγους δεν υπερασπίστηκε ποτέ στην κυριολεκτική του σημασία. Οι στοχαστές αυτοί ήξεραν καλύτερα από τους μεταγενέστερους επικριτές τους ότι εκείνο που διοχέτευε επιτυχώς τις ατομικές προσπάθειες σε κοινωνικά επωφελείς σκοπούς δεν ήταν κάποιο είδος μαγείας, αλλά η εξέλιξη “καλά οικοδομημένων θεσμών”, όπου συμφιλιώνονταν “οι κανόνες και οι αρχές ανταγωνιστικών συμφερόντων και συμπλεκόμενων πλεονεκτημάτων”. Στην πραγματικότητα το επιχείρημά τους δεν ήταν ποτέ αντικρατικό ή αναρχικό, όπως αντικρατική και αναρχική είναι η λογική έκβαση του ορθολογιστικού δόγματος του laissez faire. Ήταν ένα επιχείρημα που λάμβανε υπόψη τόσο τις προσήκουσες λειτουργίες του κράτους, όσο και τα όρια της κρατικής δράσης.] 

(F. A. Hayek, “Το σύνταγμα της ελευθερίας”, εκδ. “Καστανιώτη”, Αθήνα 2008, σελ. 112-113)

Ο F. A. Hayek στο δοκίμιό του “Why I Am Not a Conservative” γράφει: 

«Έχω ήδη υπογραμμίσει ότι, μολονότι σ’ όλη μου τη ζωή περιγράφω τον εαυτό μου ως λιμπεραλιστή, πρόσφατα το κάνω με μια ολοένα μεγαλύτερη διστακτικότητα – όχι μόνο επειδή στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτός ο όρος εγείρει συνεχώς παρανοήσεις, αλλά επίσης επειδή συνειδητοποιώ ολοένα και περισσότερο το μεγάλο χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στη δικιά μου άποψη και στον ορθολογιστικό λιμπεραλισμό της ηπειρωτικής Ευρώπης ή ...ακόμα στον αγγλικό λιμπεραλισμό των οπαδών του ωφελιμισμού». 

Συνεχίζει δε παρακάτω: 

«…οι περισσότεροι λιμπεραλιστές της ηπειρωτικής Ευρώπης … καθοδηγούνταν περισσότερο από την επιθυμία να επιβάλλουν στον κόσμο ένα σχεδιασμένο εκ των προτέρων λογικό πρότυπο παρά να παράσχουν ευκαιρίες για ελεύθερη ανάπτυξη».

Tuesday, December 16, 2014

Γιατί μόνον τα επιτόκια δανεισμού της Ελλάδας είναι απαγορευτικά;

Γιατί το διεθνές χρηματοπιστωτικό παρεοκρατικό κεφάλαιο δανείζει με πολύ χαμηλά επιτόκια ουσιαστικά χρεοκωπημένες χώρες, όπως η Ιταλία και η Γαλλία; 

Μα γιατί αυτές οι χώρες είναι πολιτικά ισχυρές και έτσι μπορούν να εκβιάζουν το διεθνές χρηματοπιστωτικό παρεοκρατικό κεφάλαιο με κούρεμα των απαιτήσεών του. Μάλιστα, όταν ο Ντράγκι είπε, ότι θα κάνει τα πάντα για να σώσει το ευρώ, ουσιαστικά απείλησε με κούρεμα το διεθνές παρεοκρατικό κεφάλαιο.

Από τότε συμφωνήθηκε, μεταξύ αφενός διεθνούς χρηματοπιστωτικού παρεοκρατικού κεφαλαίου και αφετέρου Γαλλίας – Ιταλίας, η παγίωση και η διαιώνιση κατά το μέγιστο δυνατό βαθμό της υπάρχουσας μέχρι σήμερα κατάστασης. Το διεθνές χρηματοπιστωτικό παρεοκρατικό κεφάλαιο θα τις δάνειζε με πολύ χαμηλά επιτόκια, ενώ την ίδια ώρα οι ίδιες δεσμεύτηκαν να μην αυξάνουν έτι περαιτέρω τις δανειακές τους ανάγκες, δηλαδή να μην συνεχίσουν την πρότερη οικονομική τους πολιτική των παχιών αγελάδων. Η δε Γερμανία επικρότησε και στάθηκε στην άκρη ευτυχισμένη και ανακουφισμένη για την μη αμοιβαιοποίηση των χρεών της ευρωζώνης.

Η παραπάνω συμφωνία ωστόσο, φτάνει σήμερα στα όριά της, καθώς τα πολιτικά παρεοκρατικά συστήματα Γαλλίας και Ιταλίας αδυνατούν, να τηρήσουν τα αμέσως πιο πάνω συμφωνηθέντα. Το δε διεθνές χρηματοπιστωτικό παρεοκρατικό κεφάλαιο αρχίζει κι αυτό ταυτόχρονα, αφενός να κατανοεί τις ανακύπτουσες ανυπέρβλητες πολιτικές δυσκολίες των παρεοκρατικών συστημάτων Γαλλίας και Ιταλίας, κι αφετέρου ότι κατ’ αυτό τον τρόπο, η παραπάνω μεταξύ τους συμφωνία αρχίζει, να μην διαθέτει έτι περαιτέρω χρονικά περιθώρια επιβίωσής της.

Κι έτσι άρχισε, να καθίσταται ξανά επίκαιρη αλλά και προτιμητέα για τους πολιτικά ισχυρούς, πλην όμως χρεωκοπημένους της ευρωζώνης και το διεθνές χρηματοπιστωτικό παρεοκρατικό κεφάλαιο, αν όχι η αποκρουστική για τη Γερμανία και τις άλλες πλεονασματικές χώρες της ευρωζώνης λύση της αμοιβαιοποίησης των χρεών της ευρωζώνης, τουλάχιστον ένα πρόγραμμα μιας εκτεταμένης ευρωπαϊκής ποσοτικής χαλάρωσης (QE). Μ’ αυτή θα ήταν ευτυχισμένοι και οι χρεοκωπημένοι της ευρωζώνης και το διεθνές χρηματοπιστωτικό παρεοκρατικό κεφάλαιο.

Πώς θα μπορούσαν, όμως, διεθνές χρηματοπιστωτικό παρεοκρατικό κεφάλαιο μαζί με  Γαλλία – Ιταλία να ασκήσουν αποτελεσματική πίεση στη Γερμανία και τις άλλες πλεονασματικές χώρες, ώστε να συναινέσουν έστω μόνον στην πιο πάνω ποσοτική χαλάρωση; Μα πιέζοντας τον πιο αδύναμο κρίκο της ευρωζώνης, που λέγεται Ελλάδα.

Έτσι συμφώνησαν στο εξής σχέδιο: Το διεθνές χρηματοπιστωτικό παρεοκρατικό κεφάλαιο να αρνηθεί, να προσφέρει χαμηλά επιτόκια δανεισμού μόνον για την Ελλάδα και να την εξωθήσει, έτσι, σε κατάρρευση, δεδομένου ότι η Γερμανία μαζί με τις άλλες πλεονασματικές χώρες της ευρωζώνης δεν μπορούν για λόγους τεράστιων εσωτερικών αντιδράσεων, να δανείσουν πλέον οι ίδιες την Ελλάδα. Ουσιαστικά δηλαδή με αφορμή μια σχεδιασμένη και μεθοδευμένη κατάρρευση της Ελλάδας αποφάσισαν να προσβάλλουν και να δυσφημήσουν καίρια το ευρωπαϊκό μοντέλο οικονομικής πολιτικής της Μέρκελ. 

Με την Ελλάδα σε ρόλο Ιφιγένειας και με την διεθνή κατακραυγή πάνω της, η Μέρκελ θεωρούν βέβαιο, ότι θα αναγκαστεί σίγουρα, να συμφωνήσει τουλάχιστον σ’ ένα εκτενέστατο ευρωπαϊκό πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης προς δόξαν των μεγάλων πτωχευμένων χωρών της ευρωζώνης, που θα λάβουν έτσι πολιτικές ανάσες, αλλά προπαντός του διεθνούς χρηματοπιστωτικού παρεοκρατικού κεφαλαίου, που θα έχει αποφύγει γι’ άλλη μια φορά το επιβαλλόμενο κούρεμα των απαιτήσεών του. 

Αυτή δε η νεώτερη συμφωνία μεταξύ των πολιτικά ισχυρών, πλην όμως χρεωκοπημένων της ευρωζώνης, και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού παρεοκρατικού κεφαλαίου, οι ίδιοι ευελπιστούν, να διαρκέσει πολύ περισσότερο χρονικό διάστημα, καθώς ευελπιστούν βλακωδώς, ότι οι πολίτες της Ευρώπης θα αντικρίσουν τα ερείπια της Ελλάδας μετά από μια ρήξη με την ευρωζώνη και με το διεθνές παρεοκρατικό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, και έτσι θα είναι πιο υπάκουοι. 

Thursday, April 17, 2014

«Είναι το ευρώ ηλίθιε!»


Δημοσιεύτηκε και στην ιστοσελίδα του "Σχεδίου Β".
http://www.sxedio-b.gr/index.php/articles/item/773-for-euro


Προβάλλεται μετ΄ επιτάσεως το επιχείρημα, ότι για την ουσιαστική πτώχευση της Ελλάδας δεν ευθύνεται το ευρώ, αλλά το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν έγιναν οι απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την εξάλειψη των στρεβλώσεων και την απελευθέρωση της οικονομίας της. Συνοπτικά λέγεται, ότι δεν ευθύνεται το ευρώ για την ουσιαστική πτώχευση της Ελλάδας, αλλά η απουσία διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία. Είναι όμως έτσι;



Καταρχάς, το λεγόμενο «ευρωπαϊκό οικοδόμημα», που βασίστηκε σ’ έναν ήπιο (σοσιαλδημοκρατικό) «κονστρουκτιβιστικό ορθολογισμό», δηλαδή την αλαζονική εμπιστοσύνη στη δύναμη του ορθού λόγου, που δεν λαμβάνει υπόψη και περιφρονεί κάθε κοινωνικοπολιτική διαδικασία «αυθόρμητης τάξης» (δείτε εδώ), αποδεικνύεται σήμερα, ότι προκάλεσε καταστροφικά αποτελέσματα όχι μόνο στην οικονομία αλλά και στην δημοκρατία στην Ευρώπη. Ολόκληρη σχεδόν η λιμπεραλιστική αγγλοσαξωνική διανόηση (Hayek, Friedman κλπ) προειδοποιούσε για την αποτυχία του ευρώ. Η ευρωζώνη καταρρέει, επειδή οικοδομήθηκε πέρα από κάθε πολιτική και οικονομική λογική σε χώρες που έχουν διαρθρωτική ανομοιογένεια των οικονομιών τους, θεσμικές και πολιτισμικές διαφορές και μεγάλες αποκλίσεις στα συστήματα αξιών των πολιτών τους. Η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση δεν αποτέλεσε δημιούργημα κοινωνικοπολιτικών διεργασιών «αυθόρμητης τάξης» αλλά εντολών και διαταγών άνωθεν πολιτικών και γραφειοκρατών, με αποτέλεσμα να μην υπόκειται και σε οποιαδήποτε άνωθεν λειτουργική διορθωτική, οικονομική και πολιτική παρέμβαση. Η κατάργηση των εθνικών μονοπωλίων χρήματος των επιμέρους χωρών και η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μονοπωλίου χρήματος δεν μπορεί ποτέ, να θεωρηθεί θετικό γεγονός, επειδή, όπως κάθε μονοπώλιο, καταργεί τον ανταγωνισμό για την κατάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών και στην προκείμενη περίπτωση των ανταγωνισμό μεταξύ των εθνικών νομισμάτων.



Η διαρθρωτική ανομοιογένεια των οικονομιών της ευρωζώνης, οι θεσμικές και πολιτισμικές διαφορές μεταξύ τους και οι μεγάλες αποκλίσεις στα συστήματα αξιών των πολιτών της με την συνεπακόλουθη κατάργηση του ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικών νομισμάτων και την απώλεια άσκησης οποιασδήποτε εθνικής νομισματικής πολιτικής, οδήγησαν στα σημερινά τραγικά αδιέξοδα. Οι περισσότερο πειθαρχημένες χώρες του Βορρά βασίλευσαν ως «μονόφθαλμοι» μέσα στην ευρωζώνη, καρπούμενες με τις εξαγωγές τους τον φθηνό και τεράστιο δανεισμό των αγορών στις λιγότερο παραγωγικές χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης. Εάν επρόκειτο οι χώρες του Νότου της ευρωζώνης, να γίνουν κάποτε το ίδιο παραγωγικές με τις χώρες του Βορρά, αυτό είχε ασύγκριτα μεγαλύτερες πιθανότητες να συμβεί, αυξάνοντας την παραγωγικότητά τους και διατηρώντας τα εθνικά τους νομίσματα, που υπόκειντο στον διεθνή ανταγωνισμό και απέτρεπαν έτσι τον πειρασμό του εύκολου διεθνούς δανεισμού των αγορών, που προκλήθηκε σ’ αυτές από την ψευδαίσθηση ισχύος και μεγαλείου, ως αποτέλεσμα της δημιουργίας της ευρωζώνης.



Πέρα απ’ αυτά, αποδείχθηκε παντελώς έωλο το επιχείρημα καλοπροαίρετων υποστηρικτών της υιοθέτησης του ευρώ, ότι οι εγχώριες κρατικοδίαιτες παρεοκρατικές ελίτ θα εξαναγκάζονταν δήθεν με την εισαγωγή του, να προβούν σε διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας, την ώρα μάλιστα που αυτές οι ίδιες ελίτ πριν την εισαγωγή του με νύχια και με δόντια αντιστέκονταν σ’ αυτές, παρά την ισχυρή τότε πίεση των διεθνών αγορών. Συμπερασματικά, η ένταξη στην ευρωζώνη, καθιστώντας, όπως πιο πάνω, εύκολο τον διεθνή δανεισμό του εγχώριου μικρο-πελατειακού «απέραντου κρατικού οικοδομήματος» (δείτε εδώ, σελ. 154, Κ. Μαρξ, «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη») και του εγχώριου μεγάλου παρασιτικού κεφαλαίου της ολιγαρχίας των τραπεζιτών και των κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών, αποτέλεσε το μάννα εξ ουρανού γι’ αυτούς, καθώς διευκόλυνε τα μέγιστα την διαιώνιση της συμπαιγνίας τους σε βάρος της Πατρίδας και των Πολιτών της, εδραιώνοντας την παρουσία τους. 



Προκειμένου να καταδειχθεί ανάγλυφα, ο οικονομικός παραλογισμός πίσω από την υιοθέτηση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος από τις χώρες της ευρωζώνης, ας λάβουμε ως υπόθεση εργασίας, ότι όλες αυτές οι χώρες έχουν προβεί στις λεγόμενες διαρθρωτικές αλλαγές στις οικονομίες τους και έτσι σε θεσμικό οικονομικό επίπεδο διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων δεν διαφέρουν μεταξύ τους. Ας υποθέσουμε, δηλαδή, συνοπτικά, ότι όλα τα κράτη μέλη της ήταν σε θεσμικό οικονομικό επίπεδο «νεοφιλελεύθερες οάσεις»! Το επιχείρημα, που προβάλλεται σ’ αυτή την περίπτωση, είναι ότι η ευρωζώνη δεν θα αντιμετώπιζε κανένα απολύτως πρόβλημα, γιατί, έτσι, εφόσον δεν θα υπήρχε το πρόβλημα των θεσμικά καθυστερημένων χωρών της ευρωζώνης, δεν θα επέρχονταν και η κρίση, που ενέκυψε σ' αυτές.


Παρίσταται όμως λογικά αδύνατο, να ισχύει αυτό το επιχείρημα στην αμέσως πιο πάνω υπόθεση εργασίας. Για τον απλούστατο λόγο, ότι όλες οι χώρες μπορούν κάλλιστα να έχουν τα ίδια «μυαλά», αλλά δεν μπορούν, να έχουν και τις ίδιες παραγωγικές δυνατότητες!


Οι εμπορικές ανταλλαγές μεταξύ διαφορετικών περιφερειών μιας νομισματικής ένωσης μόνο τυχαία μπορούν, να εξισορροπούνται συστηματικά με αποτέλεσμα, κάποιες περιφέρειες να είναι μόνιμα πλεονασματικές σε σχέση με άλλες μόνιμα ελλειμματικές.


Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό, τα πρώτα οκτώ πρώτα χρόνια της ευρωζώνης οι πλεονασματικές και πιο παραγωγικές χώρες της, με πρώτη τη Γερμανία, στράγγιζαν από ενδογενή ζήτηση για την εγχώρια παραγωγή τις λιγότερο παραγωγικές και ελλειμματικές χώρες της ευρωζώνης. Οι τελευταίες είχαν μόνη καταφυγή τους πλέον τον φθηνό τότε διεθνή δανεισμό, ώστε να καλύπτουν τα ελλείμματά τους, και συνεπακόλουθα τον βασισμένο στα χρέη αυτά καταναλωτισμό.


Δύο μόνο λύσεις θα υπήρχαν ενδεχομένως, ώστε να μην «σπάσει» η ευρωζώνη στα εξ ων συνετέθη: Είτε μια συνεχής εσωτερική υποτίμηση στις ελλειμματικές περιφέρειες, είτε ένας "μηχανισμός ανακύκλωσης πλεονασμάτων" ("surplus recycling mechanism"), που θα παίρνει μέρος των πλεονασμάτων από τις πλεονασματικές περιφέρειες και θα τα μεταβιβάζει/επενδύει στις ελλειμματικές.


Το πρόβλημα όμως με την εσωτερική υποτίμηση είναι ότι (α) δημιουργεί τάσεις ύφεσης και (β) αποτυγχάνει να εξισορροπήσει το χρέος των ελλειμματικών περιφερειών, όταν έχει ήδη ξεσπάσει η ύφεση.


Γι αυτό το λόγο χωρίς ένα «μηχανισμό ανακύκλωσης πλεονασμάτων», καμία νομισματική ένωση δεν μπορεί να επιβιώσει, όσο «νεοφιλελεύθερα» κι αν είναι ή προσπαθήσουν, να γίνουν τα μέλη της.


Το μεγαλύτερο όμως ζήτημα που γεννάται με τη ευρωζώνη, είναι κατά πόσο είναι εφικτός κοινωνικοπολιτικά ένας τέτοιος «μηχανισμός ανακύκλωσης πλεονασμάτων», που σημειωτέον δεν μπορεί, να επιβληθεί άνωθεν από τους ευρωκράτες, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των πολιτών της ένωσης, πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν αυτός προσιδιάζει μόνο σε έθνη-κράτη και λειτουργεί μεταξύ των περιφερειών τους και όχι μεταξύ κρατών-εθνών με τεράστιες πολιτισμικές, γλωσσικές κλπ διαφορές. Κατά τη γνώμη μου είναι αδύνατος, χωρίς χρονοβόρες κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες “αυθόρμητης τάξης” (Hume, Hayek).


Το συμπέρασμα δεν μπορεί λοιπόν να είναι άλλο, παρά αυτό που έγραψε, ήδη από το 1833-1835, ο μεγάλος λιμπεραλιστής διανοητής Αλέξης Ντε Τοκβίλ:

[Υπάρχει κάτι που διευκολύνει τεράστια, στις Ηνωμένες Πολιτείες, την ύπαρξη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Οι διάφορες πολιτείες έχουν όχι μόνο τα ίδια σχεδόν συμφέροντα, την ίδια καταγωγή και την ίδια γλώσσα, αλλά και τον ίδιο βαθμό πολιτισμού· πράγμα που σχεδόν πάντοτε καθιστά τη συμφωνία μεταξύ τους εύκολη. Δεν ξέρω κανένα ευρωπαϊκό έθνος, και το μικρότερο ακόμη, που να μην παρουσιάζει μια λιγότερο ομοιογενή όψη στα διάφορα μέρη του από τον αμερικανικό λαό, που η έκτασή του είναι όσο η μισή Ευρώπη.


Τετρακόσιες λεύγες περίπου χωρίζουν την πολιτεία του Μαίην από την πολιτεία της Γεωργίας. Υπάρχει εν τούτοις λιγότερη διαφορά ανάμεσα στον πολιτισμό του Μαίην και σ’ αυτόν της Γεωργίας απ’ όση ανάμεσα στον πολιτισμό της Νορμανδίας και σ’ αυτόν της Βρετάνης. Το Μαίην και η Γεωργία, που βρίσκονται στα δύο άκρα μιας πελώριας επικράτειας, έχουν φυσιολογικά περισσότερη ευκολία να σχηματίσουν συνομοσπονδία απ’ όσο η Νορμανδία και η Βρετάνη, που τις χωρίζει μόνο ένα ρυάκι.

……………………………………

Ο λαός που, μπροστά στις μεγάλες στρατιωτικές μοναρχίες της Ευρώπης, θα δεχτεί να τεμαχίσει την κυριαρχία του, θα παραιτηθεί, πιστεύω, με την ενέργεια αυτή, από την εξουσία του, και ίσως από την υπόσταση και το όνομά του.]1


1. (Αλέξης Ντε Τοκβίλ, «Η Δημοκρατία στην Αμερική», εκδ. «Στοχαστής», τόμος Α΄,  μέρος Ι, κεφάλαιο VIII, σελ. 179-182)

Saturday, March 23, 2013

Τι να κάνουμε

Δ Ι Α Κ Η Ρ Υ Ξ Η


Η ρίζα της συμφοράς βρίσκεται στην εξάρτηση της Πατρίδας και των Πολιτών. Εξαρτημένη η Πατρίδα από τους δανειστές της, εξαρτημένοι οι Πολίτες από ένα «απέραντο κρατικό οικοδόμημα», που βρίσκεται σε συμπαιγνία με το εγχώριο μεγάλο παρασιτικό κεφάλαιο της ολιγαρχίας των τραπεζιτών και των κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών.

Η απεξάρτηση της Παρτίδας και των Πολιτών από δαύτους παρίσταται ως άμεση και επιτακτική ανάγκη.
-          Η απεξάρτηση της Πατρίδας προϋποθέτει την άμεση, μονομερή και ολοσχερή διαγραφή του δημόσιου χρέους.
-                Η απεξάρτηση των Πολιτών προϋποθέτει τη διαγραφή των χρεών τους στο «στο απέραντο κρατικό οικοδόμημα» και στην ολιγαρχία των εγχώριων τραπεζιτών.

Προϋπόθεση λοιπόν της απεξάρτησης αποτελεί μια «εσωτερική» και μια «εξωτερική» σεισάχθεια. Αυτή όμως η απεξάρτηση, εδράζεται και θεμελιώνεται μακροπρόθεσμα μόνον στην επίδειξη δημιουργικότητας από ελεύθερους και υπεύθυνους Πολίτες εντός του πλαισίου, που θέτει μια ευνομούμενη και δίκαιη Πατρίδα. Διαφορετικά το προσωρινά αρκετά μεγάλο κοινωνικό κόστος της απεξάρτησης θα προσλάβει μόνιμο χαρακτήρα και θα χαθεί για άλλη μια φορά η ελπίδα για την αναγέννηση της χώρας.

Απαιτείται συνεπώς ταυτόχρονα με την απεξάρτηση και η άμεση διάλυση του «απέραντου κρατικού οικοδομήματος» και η εξαφάνιση των αντιπαραγωγικών αρμοδιοτήτων του πάνω στη ζωή των Πολιτών. Μόνο έτσι επιτυγχάνεται η διάρρηξη του εγχώριου κρατικίστικου – παρεοκρατικού συστήματος και καθίσταται ανεμπόδιστη η εκδήλωση της δημιουργικότητας των Πολιτών.

Η Πατρίδα θα πρέπει, έτσι, να πάψει, να αποτελεί την πληρέστερη ενσάρκωση του σημερινού καταρρέοντος και χρεοκοπημένου ευρωπαϊκού μοντέλου του κορπορατίστικου παρεοκρατικού καπιταλισμού (corporate crony capitalism). Μετά τη κατάρρευση του μοντέλου του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ήρθε και η σειρά του σημερινού κρατικίστικου ευρωπαϊκού μοντέλου του «υπαρκτού καπιταλισμού» να τεθεί στο περιθώριο της Ιστορίας.

Η Πατρίδα μας και Πολίτες της, την ώρα που υφίστανται και βιώνουν σε μεγαλύτερο βαθμό από τους άλλους τα τρομακτικά κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα αυτού του μοντέλου, καλούνται και απαιτείται να είναι οι πρώτοι, που θα επιλέξουν την απεξάρτηση απ’ αυτό και τον νομισματικό του ζουρλομανδύα, την ευρωζώνη.

Το λεγόμενο «ευρωπαϊκό οικοδόμημα», που βασίστηκε σ’ έναν ήπιο (σοσιαλδημοκρατικό) «κονστρουκτιβιστικό ορθολογισμό», δηλαδή την αλαζονική εμπιστοσύνη στη δύναμη του ορθού λόγου, που δεν λαμβάνει υπόψη και περιφρονεί κάθε κοινωνικοπολιτική διαδικασία «αυθόρμητης τάξης», αποδεικνύεται σήμερα, ότι προκάλεσε καταστροφικά αποτελέσματα όχι μόνο στην οικονομία αλλά και στην δημοκρατία στην Ευρώπη. Ολόκληρη σχεδόν η λιμπεραλιστική αγγλοσαξωνική διανόηση προειδοποιούσε για την αποτυχία του ευρώ. Η ευρωζώνη καταρρέει, επειδή οικοδομήθηκε πέρα από κάθε πολιτική και οικονομική λογική σε χώρες που έχουν διαρθρωτική ανομοιογένεια των οικονομιών τους, θεσμικές και πολιτισμικές διαφορές και μεγάλες αποκλίσεις στα συστήματα αξιών των πολιτών τους. Η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση δεν αποτέλεσε δημιούργημα κοινωνικοπολιτικών διεργασιών «αυθόρμητης τάξης», αλλά εντολών και διαταγών άνωθεν πολιτικών και γραφειοκρατών, με αποτέλεσμα να μην υπόκειται και σε οποιαδήποτε άνωθεν λειτουργική διορθωτική, οικονομική και πολιτική παρέμβαση. Η κατάργηση των εθνικών μονοπωλίων χρήματος των επιμέρους χωρών και η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μονοπωλίου χρήματος δεν μπορεί ποτέ, να θεωρηθεί θετικό γεγονός, επειδή, όπως κάθε μονοπώλιο, καταργεί τον ανταγωνισμό για την κατάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών και στην προκείμενη περίπτωση των ανταγωνισμό μεταξύ των εθνικών νομισμάτων.

Η διαρθρωτική ανομοιογένεια των οικονομιών της ευρωζώνης, οι θεσμικές και πολιτισμικές διαφορές μεταξύ τους και οι μεγάλες αποκλίσεις στα συστήματα αξιών των πολιτών της με την συνεπακόλουθη κατάργηση του ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικών νομισμάτων και την απώλεια άσκησης οποιασδήποτε εθνικής νομισματικής πολιτικής, οδήγησαν στα σημερινά τραγικά αδιέξοδα. Οι περισσότερο πειθαρχημένες χώρες του Βορρά βασίλευσαν ως «μονόφθαλμοι» μέσα στην ευρωζώνη, καρπούμενες με τις εξαγωγές τους τον φθηνό και τεράστιο δανεισμό των αγορών στις λιγότερο παραγωγικές χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης. Εάν επρόκειτο οι χώρες του Νότου της ευρωζώνης, να γίνουν κάποτε το ίδιο παραγωγικές με τις χώρες του Βορρά, αυτό είχε ασύγκριτα μεγαλύτερες πιθανότητες να συμβεί, αυξάνοντας την παραγωγικότητά τους και διατηρώντας τα εθνικά τους νομίσματα, που υπόκειντο στον διεθνή ανταγωνισμό και απέτρεπαν έτσι τον πειρασμό του εύκολου διεθνούς δανεισμού των αγορών, που προκλήθηκε σ’ αυτές από την ψευδαίσθηση ισχύος και μεγαλείου, ως αποτέλεσμα της δημιουργίας της ευρωζώνης.

Πέρα απ’ αυτά, αποδείχθηκε παντελώς έωλο το επιχείρημα καλοπροαίρετων υποστηρικτών της υιοθέτησης του ευρώ, ότι οι εγχώριες κρατικοδίαιτες παρεοκρατικές ελίτ θα εξαναγκάζονταν δήθεν με την εισαγωγή του, να προβούν σε διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας, την ώρα μάλιστα που αυτές οι ίδιες ελίτ πριν την εισαγωγή του με νύχια και με δόντια αντιστέκονταν σ’ αυτές, παρά την ισχυρή τότε πίεση των διεθνών αγορών. Συμπερασματικά, η ένταξη στην ευρωζώνη, καθιστώντας, όπως πιο πάνω, εύκολο τον διεθνή δανεισμό του «απέραντου κρατικού οικοδομήματος» και του εγχώριου μεγάλου παρασιτικού κεφαλαίου της ολιγαρχίας των τραπεζιτών και των κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών, αποτέλεσε το μάννα εξ ουρανού γι’ αυτούς, καθώς διευκόλυνε τα μέγιστα την διαιώνιση της συμπαιγνίας τους σε βάρος της Πατρίδας και των Πολιτών της, εδραιώνοντας την παρουσία τους. 

Η Πατρίδα και οι Πολίτες της καλούνται έτσι σήμερα σε μια νέα αστική επανάσταση. Ένα νέο 1909. Όπως τότε, έτσι και σήμερα, απαιτείται, να πάψουν να κρατούν τις τύχες της Πατρίδας και των Πολιτών της στα χέρια τους οι τρόφιμοι του κρατικού προϋπολογισμού. Οι τύχες της Πατρίδας και των Πολιτών της θα πρέπει, να έρθουν και να παραμείνουν για πάντα στα χέρια εκείνων, που τροφοδοτούν τη στήλη των εσόδων του προϋπολογισμού. Των ελεύθερων, υπεύθυνων και δημιουργικών Πολιτών εντός του πλαισίου, που θέτει μια ευνομούμενη και δίκαιη Πατρίδα, αρωγός μόνον των πραγματικά αδύναμων Πολιτών της.

Σε διαφορετική περίπτωση η Πατρίδα και οι Πολίτες της θα οδηγηθούν, όχι μόνο στην πλήρη οικονομική εξαθλίωση, αλλά και στη διεθνή περιθωριοποίηση, στον εκφασισμό, στο ρατσισμό και στην ξενοφοβία.

Όλες οι εθνικές μας τραγωδίες του περασμένου αιώνα, όπως και η σημερινή που διανύουμε, αποτέλεσαν τις απώτερες συνέπειες της αποτυχίας επίτευξης του λιμπεραλιστικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας. Οι ταγοί του στο παρελθόν, από τα χρόνια ακόμα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, μη έχοντας πολιτικούς συμμάχους, υποχρεώθηκαν να ενσωματωθούν στις ισορροπίες ισχύος και συμφερόντων, θυσιάζοντας τις αρχές τους. Προβάλλει δε ξανά επιτακτική σήμερα η ανάγκη της επιδίωξης του λιμπεραλιστικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας χωρίς συμβιβασμούς και παλινδρομήσεις, αλλά με την αταλάντευτη προσήλωση των ταγών του στην απεξάρτηση της Πατρίδας και των Πολιτών από το «απέραντο κρατικό οικοδόμημα» και το εγχώριο μεγάλο παρασιτικό κεφάλαιο της ολιγαρχίας των τραπεζιτών και των κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών. Στο πλαίσιο αυτό, οποιοσδήποτε συμβιβασμένος και εξαρτημένος δήθεν ταγός του διετέλεσε μεταπολιτευτικά κρατικός αξιωματούχος δεν έχει θέση μαζί μας.

Εκδηλώνουμε λοιπόν σήμερα με την παρούσα διακήρυξή μας την πρόθεσή μας για την εκκίνηση ενός νέου πολιτικού κινήματος, του ΛΙΜΠΕΡΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ, που πιστεύουμε, ότι εκφράζει τους πόθους και τις ανάγκες της Πατρίδας μας και των Πολιτών της για την απεξάρτηση τους από τη αισχρή συμπαιγνία του «απέραντου κρατικού οικοδόμηματος» και του εγχώριου μεγάλου παρασιτικού κεφάλαιου της ολιγαρχίας των τραπεζιτών και των κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών. 

Το Λιμπεραλιστικό Κίνημα καλεί τους Πολίτες να συμμετάσχουν άμεσα στην διαμόρφωση του προγράμματός του, στη λήψη όλων των αποφάσεων και στην ανάδειξη των στελεχών του σε όλα τα επίπεδα.

17 Μαρτίου 2013


Friday, February 22, 2013

Για το 19ο συνέδριο του ΚΚΕ


Δημοσιεύτηκε στο "Ριζοσπάστη", στο πλαίσιο του προσυνεδριακού διαλόγου για το 19ο Συνέδριο του ΚΚΕ, την Παρασκευή 29 Μάρτη 2013.

http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=7361476&publDate=29/3/2013



Φίλες και φίλοι

Ο Καρλ Μαρξ στο έργο του «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», (εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1976, σελ 66-67) έγραφε:

[Καταλαβαίνει κανείς αμέσως ότι σε μια χώρα σαν τη Γαλλία, όπου η εκτελεστική εξουσία διαθέτει έναν υπαλληλικό στρατό με πάνω από μισό εκατομμύριο άτομα, δηλαδή διατηρεί συνεχώς κάτω από την πιο απόλυτη εξάρτησή της μια τεράστια μάζα από συμφέροντα και υπάρξεις, όπου το κράτος περιβάλλει, ελέγχει, ρυθμίζει, επιτηρεί και κηδεμονεύει την αστική κοινωνία από τις πιο πλατιές εκδηλώσεις της ζωής της ως τις πιο ασήμαντες κινήσεις της, από τους πιο γενικούς τρόπους της ζωής της ως την ιδιωτική υπόσταση των ατόμων, όπου το παρασιτικό αυτό σώμα αποκτά με τον πιο άκρο συγκεντρωτισμό τη δυνατότητα να είναι πανταχού παρόν, να είναι παντογνώστης και να έχει μια μεγάλη ικανότητα κίνησης και μια ελαστικότητα που το ανάλογό της υπάρχει μόνο στην απόλυτη έλλειψη αυτοτέλειας και στην πλαδαρή αμορφία του πραγματικού κοινωνικού σώματος – είναι φανερό πως σε μια τέτοια χώρα η εθνοσυνέλευση, μαζί με το δικαίωμα να διαθέτει τις υπουργικές θέσεις, έχανε και κάθε πραγματική επιρροή, αν δεν απλοποιούσε ταυτόχρονα τη διοίκηση του κράτους, αν δε λιγόστευε όσο έπαιρνε το στρατό των υπαλλήλων και αν τέλος, δεν επέτρεπε στην αστική κοινωνία και στην κοινή γνώμη να δημιουργήσουν τα δικά τους, ανεξάρτητα από την κυβερνητική εξουσία όργανα. Αλλά το υλικό συμφέρον της γαλλικής αστικής τάξης είναι ακριβώς πολύ στενά συνυφασμένο με τη διατήρηση αυτής της πλατιάς και πολύκλαδης κρατικής μηχανής. Σ’ αυτή βρίσκει θέσεις για τον υπεράριθμο πληθυσμό της και συμπληρώνει με τη μορφή των κρατικών μισθών ότι δε μπορεί να τσεπώσει με τη μορφή του κέρδους, των τόκων, του εισοδήματος και των αμοιβών. Από την άλλη μεριά, το πολιτικό της συμφέρον την ανάγκασε μέρα με τη μέρα να εντείνει την καταπίεση, δηλ. τα μέσα και το προσωπικό της κρατικής εξουσίας, ενώ ταυτόχρονα είναι υποχρεωμένη να κάνει έναν αδιάκοπο πόλεμο ενάντια στην κοινή γνώμη, και να κολοβώνει και να παραλύει με δυσπιστία τα αυτοτελή όργανα κίνησης της κοινωνίας, όταν δεν κατορθώνει να τα ακρωτηριάζει ολότελα. Έτσι η γαλλική αστική τάξη ήταν, απ’ αυτή την ταξική της θέση, αναγκασμένη από τη μια μεριά να εκμηδενίζει τους όρους της ζωής κάθε κοινοβουλευτικής εξουσίας, συνεπώς και της δικής της κοινοβουλευτικής εξουσίας, κι από την άλλη μεριά να κάνει ακατάβλητη την εχθρική της εκτελεστική εξουσία.]
Αντικαθιστώντας στο πιο πάνω απόσπασμα τις λέξεις «Γαλλία» και «γαλλική» με τις λέξεις «Ελλάδα» και «ελληνική», έχετε μια πληρέστατη περιγραφή του κυρίαρχου (μετεμφυλιακά τουλάχιστον) κοινωνικοπολιτικού μοντέλου στην Ελλάδα: Το όνομά του είναι «κορπορατίστικος παρεοκρατικός καπιταλισμός» (corporate crony capitalism), δηλαδή η συμπαιγνία ενός "απέραντου κρατικού οικοδομήματος" με το μεγάλο παρασιτικό κεφάλαιο.
Η κοινωνική διαστρωμάτωση της εκλογικής βάσης του ΚΚΕ (εργάτες, αυτοαπασχολούμενοι, άνεργοι, μικροσυνταξιούχοι, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες) ελάχιστη σχέση έχει με τα κρατικοδίαιτα μικρά και μεγάλα παρεοκρατικά προσοδοθηρικά παρασίτα της εκλογικής βάσης των υπόλοιπων κομμάτων. Αυτή δε είναι και η δύναμη στην οποία το ΚΚΕ μπορεί, να στηριχτεί και να αποτελέσει τον κύριο πολιτικό φορέα της οικοδόμησης της πραγματικής πολιτικής και οικονομικής αλλαγής στην Ελλάδα.

Προϋπόθεση γι’ αυτό θεωρώ, ότι αποτελεί η αποδοχή από το ΚΚΕ, πως μόνο μέσω των δημοκρατικών θεσμών και της οικονομίας αγοράς είναι δυνατόν, η αέναη κατά τη γνώμη μου "ανταρσία των νεώτερων παραγωγικών δυνάμεων" (βλ. «Κομμουνιστικό Μανιφέστο») να εξελίσσεται πάντοτε κι όσο το δυνατόν περισσότερο υπέρ των εργαζομένων, ώστε κάποτε να έρθει εκείνη η «ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας», όπου «…θα έχουν εξαφανιστεί η υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στην κατανομή της εργασίας, και μαζί της και η αντίθεση μεταξύ της διανοητικής και της χειρωνακτικής εργασίας˙ όταν η εργασία δεν θα αποτελεί μόνον ένα μέσο για να ζήσει κανένας, αλλά γίνει μια ζωτική ανάγκη πρωταρχικής σημασίας˙ όταν, μαζί με την πολύπλευρη ανάπτυξη των ατόμων, οι παραγωγικές δυνάμεις αυξηθούν επίσης και όλες οι πηγές του συλλογικού πλούτου ξεπηδήσουν μ’ αφθονία, τότε μόνο ο στενός ορίζοντας του δικαίου των αστών θα έχει ξεπεραστεί τελείως και η κοινωνία θα μπορέσει να γράψει πάνω στις σημαίες της: Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητες του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» (βλ. Καρλ Μαρξ, «Κριτική του προγράμματος της Γκότα»).

Συνεπώς το ΚΚΕ θα πρέπει, να αφήσει κατά μέρος τη θέση του για «κυβέρνηση της λαϊκής εξουσίας», που δεν σημαίνει τίποτα άλλο και εύλογα για το εκλογικό σώμα, παρά την αποθέωση και την εξιδανίκευση ενός «απέραντου κρατικού οικοδομήματος» ως εναλλακτικής πρότασης εξουσίας. Η αμέσως πιο πάνω θέση του ΚΚΕ είναι παντελώς χρεοκοπημένη στην συνείδηση του λαού. Οι θέσεις του πρέπει, να είναι δημοκρατία, οικονομία της αγοράς, άμεση έξοδος από την ευρωζώνη, μονομερής και ολοσχερής διαγραφή του χρέους των πολιτών στις τράπεζες και του δημόσιου στους δανειστές. Και πάνω σ' αυτές τις θέσεις να οικοδομήσει τις πολιτικές και κοινωνικές του συμμαχίες.

Διαφορετικά οι κομμουνιστές στην Ελλάδα, για να δανειστώ μια φράση από την εισαγωγή (Νοέμβρης 1944) του Γιάννη Κορδάτου στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», θα «…μείνουν στο περιθώριο σαν αιρετικοί και αδιάλλαχτοι δογματικοί…». Κι όντας έτσι καταντημένοι στην σημερινή Ελλάδα, ας είναι βέβαιοι, ότι θα έχουν ουσιαστικά παραδώσει μετά τον εμφύλιο για άλλη μια φορά τα πραγματικά όπλα τους στην μετεμφυλιακή ποικιλώνυμη κυβερνώσα φασιστοειδή παρεοκρατία και τα πολιτικά, οικονομικά και μιντιακά εξαπτέρυγά της, προκειμένου να συνεχίσει απερίσπαστη το "εθνοσωτήριο" έργο της.

Κατά τα άλλα, όπως λέει και το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», η αστική τάξη «βρίσκεται στην ανάγκη να κάνη έκκληση στο προλεταριάτο, να του ζητά τη βοήθειά του και να το τραβά έτσι στην πολιτική κίνηση».

Το κείμενο, λοιπόν, αυτό, το υπογράφει ένα μέλος της, ένας αστός επαναστάτης.

Γιώργος Μπούρχας
Δικηγορος
Αγ. Σπυρίδωνος 2 – ΤΚ 30002
Βόνιτσα – Αιτωλ/νίας
Τηλ. 2643022622 - 6972889108

Saturday, November 24, 2012

Τιτανομαχία ή ταγκό;

Όπως έχω ήδη γράψει, αμφιβάλλω αν η ανακύψασα διαφωνία μεταξύ Λαγκάρντ και Σόιμπλε είναι ειλικρινής. Την θεωρώ περισσότερο ως υποκριτική. Κι αυτό επειδή δεν μπορώ να κατανοήσω, για πιο λόγο αυτοί έχουν ενστερνιστεί παντελώς ασυμβίβαστες μεταξύ τους θέσεις. Τόσο ασυμβίβαστες, ώστε όποιος τυχόν υπαναχωρήσει απ’ αυτές, αυτόματα γίνεται καταγέλαστος και εκτίθεται ανεπανόρθωτα. Με λίγα λόγια έχω την εντύπωση, ότι αυτοί έχουν λάβει εσκεμμένα τέτοιες θέσεις, ώστε να μην μπορούν, να καταλήξουν σε οποιαδήποτε συμφωνία. Όπερ θα σήμαινε, ότι έχουν αποφασίσει να σταματήσουν την χρηματοδότηση της Ελλάδας και να την εξωθήσουν εκτός ευρώ.

Μα τολμούν, να εξωθήσουν την Ελλάδα εκτός ευρώ; Όπως επί παραδείγματι έχει γράψει ο καθηγητής Γ. Βαρουφάκης:

«…μία έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα σημάνει το τέλος του κοινού νομίσματος. Πράγματι, κόντρα σε ανεδαφικές εικασίες διαφόρων κύκλων, το ευρώ δεν θα αντέξει μια ελληνική έξοδο (εθελούσια ή μη). Δεν είναι τυχαίο που η Συνθήκη της Λισαβόνας δεν προβλέπει διαδικασία εξόδου και, μάλιστα, ξεκαθαρίζει ότι έξοδος από το ευρώ σημαίνει και αποπομπή από την ΕΕ. Ο λόγος είναι απλός: Μόλις ανακοινωθεί η ελληνική έξοδος, θα στεγνώσουν τα ΑΤΜ στην Ιρλανδία και την Πορτογαλία, τα Ιταλικά spreads θα φτάσουν το 25%, η αξιολόγηση του γαλλικού χρέους θα πέσει στο ΑΑ-, το Βέλγιο θα διαλυθεί και, πολύ σύντομα, η Γερμανία για ανακοινώσει την δική της έξοδο από το ευρώ».

Με συγχωρείτε, αλλά εγώ δεν βλέπω τίποτε καταστροφικό εξαιτίας μιας ελληνικής εξόδου. Όσοι πρέπει να πάρουν χασούρες θα τις πάρουν και πρέπει να τις πάρουν, επειδή θα φταίνε οι ίδιοι. Είναι αδύνατο να μην τις πάρουν! Οι αγορές και οι Γερμανοί με τους συμμάχους τους στο Βορρά ξέρουν, ότι είναι αδύνατο να πάρουν πίσω τα λεφτά, που τους χρωστά η Ελλάδα. Συνεπώς περισσότερα έχουν, να χάσουν συνεχίζοντας να ρίχνουν λεφτά σ’ ένα «βαρέλι δίχως πάτο», παρά να πάρουν από τώρα τη βέβαιη και προϋπολογισμένη χασούρα της μη αποπληρωμής του ελληνικού χρέους. Παρεμπιπτόντως, η αξιολόγηση του γαλλικού χρέους έχει ήδη πέσει στο ΑΑ- και ουδείς σκοτίζεται, αν το διαλυμένο Βέλγιο διαλυθεί! Όσο για τη Γερμανία, αν δεν συμμορφωθούν οι υπόλοιποι με τις υποδείξεις της, βεβαίως και θα φύγει από την ευρωζώνη στην περίπτωση αυτή, αλλά γι’ αυτό δεν θα ευθύνεται καμία τυχούσα ελληνική έξοδος.

Ας ελπίσουμε μόνο, την υποτιθέμενη "τιτανομαχία των βουβαλιών", να την πληρώσουν όντως, μόνον οι βάτραχοι, που μας κυβερνούν και μας κυβέρνησαν, μαζί με τα ποικιλόμορφα οικονομικά και μιντιακά εξαπτέρυγά τους.





Friday, July 06, 2012

«Εγκαταλείποντας το ευρώ: ένας πρακτικός οδηγός»

Ο Ρότζερ Μπουτλ ως επικεφαλής μιας ομάδας από την Capital Economics ανακηρύχθηκε την Πέμπτη 5 Ιουλίου νικητής του βραβείου οικονομικών Γούλφσον αξίας £250.000. Η νικητήρια συμμετοχή περιγράφει την ομαλότερη διαδικασία με την οποία ένα κράτος μέλος θα μπορούσε να αποχωρήσει από την Ευρωζώνη.

Καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι μολονότι θα υπήρχαν χαμένοι όπως και νικητές από την έξοδο ενός ή περισσοτέρων μελών από το ευρώ, το καθαρό αποτέλεσμα, συνολικά, θα ήταν σαφώς θετικό για τη μελλοντική ανάπτυξη και ευημερία των σημερινών μελών – και για τον υπόλοιπο κόσμο.

Το πλήρες κείμενο της συμμετοχής του Ρότζερ Μπούτλ βρίσκεται στον ακόλουθο σύνδεσμο:
http://www.policyexchange.org.uk/images/WolfsonPrize/wolfson%20economics%20prize%20winning%20entry.pdf

Η πρόταση που υπέβαλε η ομάδα, «Εγκαταλείποντας το ευρώ: ένας πρακτικός οδηγός», επικεντρώνεται στην αποχώρηση ενός αδύναμου μέλους μόνο, όπως για παράδειγμα η Ελλάδα. Προτείνει την εισαγωγή ενός νέου νομίσματος σε ισοτιμία 1 προς 1 με το ευρώ την 1η ημέρα της εξόδου και την μετατροπή όλων των μισθών, τιμών, δανείων και καταθέσεων σε αυτό το νόμισμα. Τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα σε ευρώ θα παρέμεναν σε χρήση για μικρές συναλλαγές για διάστημα έως έξι μήνες. Η αποχωρούσα χώρα θα ανακοίνωνε αμέσως ένα καθεστώς στόχευσης του πληθωρισμού, υπό την παρακολούθηση ενός φορέα ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, θα υιοθετούσε σειρά σκληρών δημοσιονομικών κανόνων, θα απαγόρευε την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών, και θα ανακοίνωνε την έκδοση κυβερνητικών τιμαριθμοποιημένων ομολόγων.

Η μελέτη συνιστά επίσης τα εξής:

• Να επαναπροσδιοριστεί από την κυβέρνηση το χρέος της σύμφωνα με το νέο εθνικό νόμισμα.

• Να εισαχθεί νέο καθεστώς πολιτικής που ενσωματώνει την ποσοτική χαλάρωση και την στόχευση του πληθωρισμού.

• Η εθνική κεντρική τράπεζα της αποχωρούσας χώρας να παράσχει ένεση ρευστού στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα.

Η μελέτη προτείνει οι βασικοί αξιωματούχοι της αποχωρούσας χώρας να συναντηθούν μυστικά ένα μήνα πριν να ανακοινωθεί δημόσια η ημέρα της εξόδου ή «ημέρα 0». Οι εταίροι της Ευρωζώνης και άλλοι διεθνείς νομισματικοί οργανισμοί θα ενημερωνόντουσαν σχετικά με την ημέρα 0 τρεις ημέρες πριν - κατά προτίμηση Παρασκευή - μέσω μιας δημόσιας ανακοίνωσης ότι η μετάβαση στο νέο νόμισμα θα πραγματοποιηθεί στις αρχές της επόμενης εβδομάδας. Αμέσως μετά την ανακοίνωση αυτή, οι εγχώριες τράπεζες και χρηματοπιστωτικές αγορές θα έπρεπε να κλείσουν ώστε να αποφευχθεί η φυγή κεφαλαίων.

Οι κριτές ομόφωνα θεώρησαν την πρόταση που υπέβαλε η Capital Economics ως την πιο αξιόπιστη λύση στο ζήτημα του τρόπου διαχείρισης μιας ομαλής εξόδου από την Ευρωζώνη για ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της.

Σχολιάζοντας τη νίκη του ο Ρότζερ Μπουτλ, Διευθύνων Σύμβουλος της Capital Economics, δήλωσε:

«Είναι πολύ μεγάλη χαρά για μένα το ότι κέρδισα το βραβείο Γούλφσον. Η πρότασή μας ήταν αποτέλεσμα ομαδικής προσπάθειας και θα ήθελα να αποτίσω φόρο τιμής στους συναδέλφους μου στην Capital Economics, που συνεργάστηκαν μαζί μου.


“Η πορεία εξόδου από το ευρώ που προτείνουμε συνεπάγεται την εισαγωγή ενός εθνικού νομίσματος εν μια νυκτί, με μετατροπή των χρηματικών ποσών στο νέο νόμισμα με ισοτιμία 1 προς 1, ενώ το νόμισμα αυτό θα επιτρέπεται να υποτιμηθεί κατά πολύ στα χρηματιστήρια. Μέχρι να καταστούν διαθέσιμα νέα χαρτονομίσματα, χρησιμοποιούνται μέθοδοι πληρωμών που δεν ενέχουν μετρητά καθώς και μετρητά σε νομίσματα του ευρώ.


«Οι γνώμες διίστανται σχετικά με το εάν η έξοδος μιας χώρας από το ευρώ θα αποτελούσε θετική εξέλιξη. Ωστόσο, η συμβολή του βραβείου Γούλφσον ήταν να αποδείξει ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατόν να γίνει.»

Ο Ντέρεκ Σκοτ, πρόεδρος των κριτών, είπε:

«Η σημερινή διαμόρφωση της ΟΝΕ δεν είναι βιώσιμη, αλλά οι πολιτικοί αρνούνται να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα. Θα διέθεταν πολύ πιο χρήσιμα το χρόνο τους διαβάζοντας τη μελέτη του Ρότζερ Μπουτλ αντί να προσπαθούν να επινοήσουν νέες «λύσεις» για την κρίση της Ευρωζώνης που δεν είναι δυνατόν και δεν πρόκειται να είναι αποτελεσματικές.»

Ο λόρδος Σάιμον Γούλφσον, δήλωσε:

«Το βραβείο προσφέρθηκε με την ακλόνητη πεποίθηση ότι όσο περισσότερη σκέψη και προετοιμασία αφιερώνεται στο ενδεχόμενο της διάσπασης, τόσο λιγότερο επιζήμια θα ήταν η κατάρρευση.


«Ωστόσο, η διάσπαση του ευρώ φαίνεται όλο και πιθανότερη. Οι πολλαπλές προσπάθειες για τη σταθεροποίηση του ευρώ φαίνεται να μην επιτυγχάνουν τίποτα περισσότερο από την εκ νέου χρηματοδότηση των μη βιώσιμων δανείων των ασθενέστερων μελών του ευρώ. Τίποτα δεν έχει γίνει για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων των οικονομιών που έχουν πληγεί - υπερεκτίμησης της αξίας, έλλειψη ανταγωνιστικότητας και υπερβολικά υψηλή ανεργία.


«Ελπίζω ότι οι μελέτες των τελικών υποψηφίων μας, και ιδίως η σαφής και εμπεριστατωμένη δουλειά του άξιου νικητή μας, Ρότζερ Μπουτλ, θα αποδειχθεί χρήσιμη στους φορείς χάραξης πολιτικής κατά τους επόμενους μήνες.»

Επιλέγοντας τον νικητή του βραβείου:

• Η Policy Exchange εξέτασε με μεγάλη προσοχή περισσότερες από 400 συμμετοχές και παρείχε στην επιτροπή κριτών μια τελική λίστα με δέκα ανώνυμες συμμετοχές.

• Η νικητήρια συμμετοχή ήταν η καλύτερη απάντηση που λάβαμε στο ερώτημα που τέθηκε. Ωστόσο, το βραβείο δεν θα πρέπει να εκληφθεί υποχρεωτικά ως επιδοκιμασία της νικητήριας συμμετοχής εκ μέρους της επιτροπής κριτών, της Policy Exchange, ή του λόρδου Γούλφσον.

Σχετικά με το βραβείο οικονομικών Γούλφσον:

• Το βραβείο οικονομικών Γούλφσον είναι το δεύτερο μεγαλύτερο χρηματικό βραβείο για οικονομολόγους μετά το βραβείο Νόμπελ. Σκοπός του βραβείου ήταν η εύρεση της καλύτερης απάντησης στην εξής ερώτηση: «Αν κράτη-μέλη εγκαταλείψουν την Οικονομική και Νομισματική Ένωση, ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος διαχείρισης της οικονομικής διαδικασίας ώστε να παρέχονται τα πιο ασφαλή θεμέλια για τη μελλοντική ανάπτυξη και ευημερία των σημερινών μελών;»

• Το βραβείο χρηματοδοτείται από το ίδρυμα Charles Wolfson Charitable Trust, φιλανθρωπικό ίδρυμα της οικογένειας Γούλφσον. Η διαχείριση της απονομής έγινε από την Policy Exchange, την ανεξάρτητη δεξαμενή σκέψης με έδρα το Λονδίνο.

Βιογραφικά σημειώματα:

Τα μέλη της ομάδας που ήταν υπεύθυνα για την πρόταση που υπέβαλε η Capital Economics για το βραβείο οικονομικών Γούλφσον ήταν: Ρότζερ Μπουτλ, Τζούλιαν Τζέσοπ, Άντριου Κένινγκαμ, Τζόναθαν Λόινς, Μπεν Μέι, Τζένιφερ Μακκέουν και Μαρκ Πράγκνελ.

Ο Ρότζερ Μπουτλ είναι Διευθύνων Σύμβουλος της ανεξάρτητης εταιρείας παροχής οικονομικών συμβουλών, Capital Economics, την οποία ίδρυσε το 1999. Με προσωπικό 90 ατόμων στο Λονδίνο, το Τορόντο και τη Σιγκαπούρη, η Capital Economics έχει περίπου 1.400 θεσμικούς πελάτες σε όλο τον κόσμο.

Άλλες θέσεις που κατείχε ο Ρότζερ Μπουτλ είναι οι εξής: Ειδικός Σύμβουλος της Επιτροπής Υπουργείου Οικονομικών στη Βουλή των Κοινοτήτων, Οικονομικός Σύμβουλος στην εταιρεία Deloitte, μέλος της ομάδας Ανεξάρτητων Οικονομικών Συμβούλων του Υπουργού Οικονομικών της Αγγλίας, Επισκέπτης Καθηγητής του Manchester Business School, Επικεφαλής Οικονομολόγος του Ομίλου της HSBC και Λέκτορας Οικονομικών στο Κολλέγιο St Anne της Οξφόρδης. Ο Ρότζερ σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου απέκτησε πτυχίο Σπουδών Φιλοσοφίας, Πολιτικής και Οικονομικών και Μεταπτυχιακό Δίπλωμα στα Οικονομικά. Είναι συγγραφέας πολλών άρθρων και πέντε βιβλίων.

Το τελευταίο του βιβλίο «The Trouble with Markets» περιέχει ένα νέο κεφάλαιο που βασίζεται στην νικητήρια συμμετοχή για το βραβείο Γούλφσον. Το βιβλίο διατίθεται από τις 5 Ιουλίου ως νέο ηλεκτρονικό βιβλίο.

Ο Τζούλιαν Τζέσοπ είναι Επικεφαλής Παγκόσμιος Οικονομολόγος και Διευθυντής. Ήταν παλαιότερα Ανώτερος Διεθνής Οικονομολόγος στην Standard Chartered Bank, κατείχε ανώτερες θέσεις οικονομολόγου στην HSBC και στην ιαπωνική τράπεζα Nikko, και εργάστηκε ως Οικονομικός Σύμβουλος στο Υπουργείο Οικονομικών του Ηνωμένου Βασιλείου. Έχει δύο πτυχία στα Οικονομικά από το Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ.

Ο Άντριου Κένινγκαμ είναι Ανώτερος Παγκόσμιος Οικονομολόγος. Ήταν παλαιότερα Αναπληρωτής Επικεφαλής Οικονομολόγος στο Γραφείο Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας και πριν από αυτό κάλυπτε τον τομέα Αναδυόμενης Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής για τις τραπεζικές εργασίες σταθερού εισοδήματος της Merrill Lynch. Έχει πτυχία στα Οικονομικά και την Ιστορία της Οικονομίας από το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ και το LSE.

Ο Τζόναθαν Λόινς είναι Επικεφαλής Οικονομολόγος Ευρώπης και Διευθυντής, και υπεύθυνος για την ευρωζώνη και την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη. Έγινε μέλος της Capital Economics το 2000 φεύγοντας από την HSBC, όπου ήταν Επικεφαλής Οικονομολόγος για το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Τζόναθαν σπούδασε Οικονομικά και Χρηματοοικονομικά στα Πανεπιστήμια του Μπαθ και του Σαουθάμπτον.

Ο Μπεν Μέι είναι Οικονομολόγος Ευρώπης με εστίαση στην Ιταλία, την Ισπανία, την Ιρλανδία, την Ελλάδα και τη Σκανδιναβία. Στο παρελθόν ο Μπεν εργάστηκε στον τομέα Νομισματικής Ανάλυσης της Τράπεζας της Αγγλίας, όπου μεταξύ άλλων ασχολήθηκε με την Ευρωζώνη. Έχει πτυχία στα Οικονομικά από το Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ και από το University College του Λονδίνου.

Η Τζένιφερ Μακκέουν είναι Ανώτερη Οικονομολόγος Ευρώπης με ιδιαίτερη έμφαση στην ΕΚΤ και τη γερμανική, γαλλική και ελβετική οικονομία. Στο παρελθόν έχει εργαστεί στην Τράπεζα της Αγγλίας, όπου ήταν Οικονομολόγος Ευρωζώνης. Η Τζένιφερ έχει πτυχία στα Οικονομικά από το University College του Λονδίνου και το Πανεπιστήμιο Ανατολικής Αγγλίας.

Ο Μαρκ Πράγκνελ είναι Επικεφαλής της Ανάθεσης Έργων και υπεύθυνος για τις οικονομικές έρευνες που διενεργούνται κατόπιν παραγγελίας πελατών. Στο παρελθόν έχει εργαστεί στην τοπική αυτοδιοίκηση και παλαιότερα ήταν Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας παροχής οικονομικών συμβουλών CEBR. Διετέλεσε επίσης σε ανώτερους ρόλους στρατηγικής του Συνδέσμου Καταναλωτών και της Railtrack plc. Ο Μαρκ σπούδασε Φιλοσοφία, Πολιτική και Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.