Skip to main content

Μανιφέστο «Λιμπεραλιστικής Τάσης του DiEM25» (Ενάντια στον Νεοφασιστικό Υπαρκτό Καπιταλισμό)

1. Το μόνο «φάντασμα» που πλανιόταν και πλανιέται κάθε φορά πάνω από τις εκάστοτε κατεστημένες αναχρονιστικές δυνάμεις της ανθρωπότητας είναι το «φάντασμα» του Λιμπεραλισμού. 

Κάθε φορά δε, στο ιστορικό διάβα, ο Λιμπεραλισμός, άλλοτε εξεγερμένος κι άλλοτε αμυνόμενος, κατατρόπωνε αυτές τις κατεστημένες αναχρονιστικές δυνάμεις. Τέτοια, μάλιστα, διεφάνη η επικυριαρχία του το σύντομο χρονικό διάστημα πριν το 2008, ώστε να γίνει λόγος, ακόμα και, για το «Τέλος της Ιστορίας»!

Φευ! Επρόκειτο, απλά και μόνο, για το τέλος του διαστροφικού «υπαρκτού σοσιαλισμού». Αμέσως μετά κορυφώθηκε η πρωτοφανής ανάδυση, αφενός μεν του (επίσης) διαστροφικού «υπαρκτού καπιταλισμού», που αποκαλείται διεθνώς “crony capitalism” («παρεοκρατικός καπιταλισμός»), με δεσπόζουσα έκφανσή του έναν διεθνοποιημένο χρηματοπιστωτικό παρασιτισμό, αφετέρου δε του νεοφασισμού, με δεσπόζουσα έκφανσή του έναν (επίσης) διεθνοποιημένο πολιτισμικό εθνικισμό.

2. α) «Η υπέρβαση των δικαίων ορίων της ιδιοκτησίας δεν συνίσταται στο μέγεθος των περιουσιακών στοιχείων αλλά στην καταστροφή τμήματός τους από αχρησία», έγραψε ο Τζων Λοκ («ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ ΠΕΡΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ», V. 46, εκδ. ΓΝΩΣΗ, 1990, σελ. 118), θεωρώντας, πάντως, ότι το «πρόβλημα» διευθετήθηκε με τη «χρήση του χρήματος – ενός ανθεκτικού αντικειμένου που οι άνθρωποι μπορούσαν να φυλάξουν χωρίς να φθείρεται και με αμοιβαία συναίνεση δέχονταν να παίρνουν σε ανταλλαγή των πράγματι χρήσιμων αλλά φθαρτών αγαθών, στα οποία στηρίζεται η ζωή» (ό.π. V. 47, σελ. 119).

β) «Στις 18 Απριλίου 1994 δύο χιλιάδες άτομα συγκεντρώθηκαν στο Σαραγιέβο κρατώντας τις σημαίες της Σαουδικής Αραβίας και της Τουρκίας. Το γεγονός ότι κρατούσαν αυτές τις σημαίες και όχι των Ηνωμένων Εθνών, του ΝΑΤΟ ή των ΗΠΑ, δήλωνε ξεκάθαρα στον κόσμο ότι οι διαδηλωτές ταυτίζονταν με τους μουσουλμάνους. Δήλωνε ξεκάθαρα ποιους θεωρούν πραγματικούς φίλους τους.

»Στις 16 Οκτωβρίου 1994 στο Λος Άντζελες 70.000 άνθρωποι ‘μέσα σε μια θάλασσα από μεξικάνικες σημαίες’ πραγματοποίησαν πορεία διαμαρτυρίας για την Πρόταση 187, που αν ψηφιζόταν θα στερούσε πολλές κοινωνικές παροχές από παράνομους μετανάστες και τα παιδιά τους. Γιατί ‘ενώ κρατούν τη μεξικάνικη σημαία απαιτούν αυτή η χώρα να τους παρέχει δωρεάν εκπαίδευση;’ Αναρωτήθηκαν ορισμένοι παρατηρητές. ‘Θα έπρεπε να κρατούν την αμερικάνικη σημαία’. Πράγματι δυο εβδομάδες αργότερα ακόμα περισσότεροι διαδηλωτές βγήκαν στους δρόμους κρατώντας την αμερικάνικη σημαία, ανάποδα όμως. Αυτές οι επιδείξεις σημαιών εξασφάλισαν την υπερψήφιση της  Πρότασης 187, που εγκρίθηκε από το 59% των ψηφοφόρων της Καλιφόρνιας».

Αυτά έγραψε ο Χάντινγκτον στην εισαγωγή του 1ου κεφαλαίου του βιβλίου του «Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ», επισημαίνοντας, ότι «στο μεταψυχροπολεμικό κόσμο, οι σημαντικότερες διαφορές μεταξύ των λαών δεν είναι πια ιδεολογικές, πολιτικές και οικονομικές. Είναι διαφορές κουλτούρας. Οι λαοί και τα έθνη προσπαθούν να απαντήσουν στο πιο βασικό ερώτημα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι: Ποιοι είμαστε; Και απαντούν με τον τρόπο που παραδοσιακά συνήθιζαν να απαντούν οι άνθρωποι, κάνοντας δηλαδή αναφορά στα πράγματα που έχουν σημασία γι’ αυτούς. Οι άνθρωποι ορίζουν τον εαυτό τους σε σχέση με τους προγόνους τους, τη θρησκεία, τη γλώσσα, την ιστορία, τις αξίες, τα έθιμα και τους θεσμούς. Ταυτίζονται με ομάδες που προσδιορίζονται με βάση την κουλτούρα: φυλές, εθνικές ομάδες, θρησκευτικές κοινότητες, έθνη και σε ευρύτερο πεδίο πολιτισμούς. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν την πολιτική όχι μόνο για να προωθούν τα συμφέροντά τους, αλλά επίσης για να ορίσουν την ταυτότητά τους. Γνωρίζουμε ποιοι είμαστε, και συχνά, όταν ξέρουμε ποιους έχουμε εναντίον μας».

3. «Τη δεκαετία του 1990 τον νόμο Γκλας-Στίγκαλ και τους σχετιζόμενους περιορισμούς στα χρηματοοικονομικά δεν τους ακύρωσαν ρεϊγκανοί ή νεοσυντηρητικοί, αλλά πιστά μέλη του Δημοκρατικού Κόμματος, όπως ο Ρόμπερτ Ρούμπιν, ο Λάρρυ Σάμμερς και ο Τιμ Γκάϊτνερ, εξαπολύοντας με αυτόν τον τρόπο στον ανυποψίαστο πλανήτη μια υπερτροφοδοτούμενη χρηματιστικοποίηση», γράφει ο Βαρουφάκης («Η αρπαγή της Ευρώπης», εκδ. ΠΑΤΑΚΗ, 2016, σελ. 324-325), επισημαίνοντας περαιτέρω τα εξής: «Σε αυτόν τον ‘γενναίο νέο κόσμο’ της χρηματιστικοποίησης (του λεγόμενου αγγλιστί financialization), με τους τραπεζίτες να δημιουργούν νέα προϊόντα, τα οποία λίγο μετά τη γέννησή τους συμπεριφέρονταν σαν ιδιωτικά τυπωμένο χρήμα, το χρηματιστικό κεφάλαιο και το τραπεζικό σύστημα αποσχίστηκαν από τον πλανήτη γη» (ό.π. σελ. 200).

Μεταξύ της Ευρώπης και της Αμερικής, υπάρχουν σήμερα περίπου έξι τρισεκατομμύρια δολάρια που δεν κάνουν τίποτα. Αποταμιεύσεις που δεν επενδύονται. Αποταμιεύσεις σε αχρησία! Αποταμιεύσεις, που αν δεν συνιστούν την σύγχρονη εκδοχή της πιο πάνω λοκιανής «υπέρβασης των δικαίων ορίων της ιδιοκτησίας», τουλάχιστον αποτελούν την συσσωρευμένη κεφαλαιακή αχρησία του διεθνοποιημένου χρηματοπιστωτικού παρασιτισμού, ο οποίος μάχεται, πλέον, λυσσαλέα, να μην την χάσει.

Γράφει ο Φ. Χάγιεκ, ότι «‘η αντικατάσταση της οικονομικής εξουσίας από την πολιτική’, που τόσο συχνά ζητείται σήμερα, σημαίνει αναγκαστικά την αντικατάσταση μιας εξουσίας που είναι πάντα περιορισμένη από μια εξουσία από την οποία δεν υπάρχει διαφυγή. Αυτό που αποκαλείται οικονομική εξουσία, μολονότι μπορεί να αποτελεί εργαλείο καταναγκασμού, στα χέρια μεμονωμένων ιδιωτών δεν είναι ποτέ αποκλειστική ή απόλυτη εξουσία, δεν είναι ποτέ εξουσία πάνω σε όλη τη ζωή ενός ανθρώπου. Όταν όμως συγκεντρώνεται σαν εργαλείο πολιτικής εξουσίας, δημιουργεί έναν βαθμό εξάρτησης που μετά βίας μπορεί να διακριθεί από τη δουλεία» («Ο Δρόμος προς τη Δουλεία», εκδ. Παπαδόπουλος, 2013, σελ. 238-239).

Κι όμως! Ο σημερινός διεθνοποιημένος χρηματοπιστωτικός παρασιτισμός δεν αποτελεί απλά και μόνο μια οικονομική εξουσία ως εργαλείο καταναγκασμού. Έχει μεταλλαχθεί, συμπυκνωθεί και συγκεραστεί σε πολιτική εξουσία ως εργαλείο καταναγκασμού! Αποτελεί σήμερα την διεθνή του κατεστημένου χρηματοπιστωτικού παρασιτισμού, έναν αφανή διεθνή πολιτικό οργανισμό, που με την βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας της πληροφορίας συγκεντρώνεται, ομογενοποιείται και συγχρονίζεται σε διεθνές επίπεδο. Ελέγχει τον χρηματοπιστωτικό τομέα, που αναπόσπαστο τμήμα του αποτελούν και οι λαϊκές αποταμιεύσεις, ώστε, μέσω ενδεχόμενου πλήγματος και αυτών, να μπορεί να εκβιάζει, να ελέγχει και να καθιστά πειθήνια όργανά του τους πολιτικούς, αποκτώντας, τελικά, μέσω αυτών και τον έλεγχο των κεντρικών τραπεζών. Ο φόβος του διεθνοποιημένου χρηματοπιστωτικού παρασιτισμού για την απώλεια των κεφαλαίων του διαχέεται και μετατρέπεται, έτσι, από τις κατεστημένες κοινωνικοπολιτικές ελίτ σε φόβητρο πλήρους οικονομικής καταστροφής και για μεγάλα τμήματα των λαϊκών στρωμάτων. Κι ο φόβος της καταστροφής τους, καθώς παρίσταται ευλογοφανής , οδηγεί αυτά τα τμήματα των λαϊκών στρωμάτων σε έναν τεράστιο βαθμό κοινωνικοπολιτικής εξάρτησης, ώστε κάθε αντίδρασή τους να φαντάζει μάταιη και παράλογη, με αποτέλεσμα την πλήρη υποταγή και παράδοσή τους, την αναστολή κάθε πολιτικής αντίδρασης εκ μέρους τους σε αποπληθωριστικές πολιτικές εν μέσω ύφεσης, προς χάριν, έτσι, της επιβίωσης και διαιώνισης κατά το δυνατόν της διεθνούς του κατεστημένου χρηματοπιστωτικού παρασιτισμού, του υπαρκτού καπιταλισμού.

4. Ωστόσο, από εξίσου μεγάλα τμήματα των λαϊκών στρωμάτων υπάρχει αντίδραση. Αντίδραση, όμως, αρνητική! Πρόκειται για αντίδραση του διεθνοποιημένου πολιτισμικού εθνικισμού, για αντίδραση του νεοφασισμού. Αντίδραση που δεν στρέφεται εναντίον της πιο πάνω στρεβλής, παρασιτικής, συσωρευτικής και τοξικής δημιουργίας ιδιωτικού χρήματος, μέσω της απελευθέρωσης των διασυνοριακών κινήσεων κεφαλαίων, αλλά εναντίον κάθε απελευθέρωσης των διασυνοριακών και διαπολιτισμικών κινήσεων των ίδιων των ανθρώπων, στοχοποιώντας αυτούς ως την κυριότερη αιτία για τα κακώς κείμενα. Ο πολιτισμικά «άλλος» είναι ο εχθρός, που εισβάλλει στον πολιτισμό μου, στο σύστημα υγείας, στον εργασιακό τομέα, στις κοινωνικές παροχές κλπ. Το Brexit και η εκλογή Τραμπ ήταν ακριβώς νίκες των δυνάμεων της σύγχρονης διεθνούς του νεοφασισμού. Είναι δε η πρώτη φορά ιστορικά, που ο φασιστικός ιός κατόρθωσε να μολύνει και χώρες του λεγόμενου «αγγλοσαξωνικού πολιτισμού», που η λεγόμενη «πλειοπολιτισμικότητά» τους δεν εμπόδισε την ανάπτυξη, εξέλιξη και διαμόρφωση μιας κοινής ενωτικής κουλτούρας, που, όσο κι αν το αρνείται ο Χάντινγκτον, ήταν προϊόν χαγιεκιανών κοινωνικοπολιτικών διαδικασιών «αυθόρμητης τάξης», που συγκεκριμενοποιήθηκε, ενσαρκώθηκε, στην πολιτική θρησκεία του Λιμπεραλισμού σ’ αυτές τις χώρες.

Ο Χάντινγκτον, λοιπόν, παραβλέπει, ότι το Σαραγιέβο – μία από τις πιο κοσμοπολίτικες πόλεις, όχι μόνο των Βαλκανίων, αλλά όλης της Ευρώπης – δολοφονούνταν επί τέσσερα χρόνια συστηματικά, ανελέητα, καθημερινά στην καρδιά της Ευρώπης, κι οι «πολιτισμένοι» έκαναν, ότι δεν άκουαν και δεν έβλεπαν. Ο Χάντινγκτον, επίσης, παραβλέπει, ότι οι μεξικανικής καταγωγής μετανάστες και τόσοι άλλοι από άλλες χώρες ζούσαν σε καθεστώς παρανομίας και κατατρεγμένοι από τη χώρα, που η ίδια δημιουργήθηκε από μετανάστες. Πώς θα μπορούσε, μετά ταύτα, να αναμένει ο Χάντινγκτον, ότι οι πολίτες του Σαραγιέβο θα έπρεπε να υψώσουν σημαίες του ΟΗΕ και του ΝΑΤΟ και οι μεξικανικής καταγωγής μετανάστες αμερικάνικες σημαίες;

Κι αυτό όταν, όπως ο ίδιος Χάντινγκτον, σωστά, υποστηρίζει: «Η κουλτούρα είναι σχετική ενώ η ηθική είναι απόλυτη. Η κουλτούρα, όπως έχει επισημάνει ο Μάικλ Ουώλζερ, είναι ‘περιοριστική’, υπαγορεύει τους θεσμούς και τους τρόπους συμπεριφοράς που καθοδηγούν τους ανθρώπους σε μονοπάτια ορθά για μια συγκεκριμένη κοινωνία. Πέρα, πάνω και έξω από αυτή τη μαξιμαλιστική ηθική, όμως, υπάρχει μια ελάχιστη ηθική που ενσωματώνει ‘επαναλαμβανόμενα χαρακτηριστικά ή στοιχεία από μαξιμαλιστικές ηθικές’. Οι ελάχιστες ηθικές αρχές της αλήθειας και της δικαιοσύνης βρίσκονται σε όλες τις ηθικές και δεν μπορούν να χωριστούν από αυτές. Υπάρχουν επίσης ελάχιστες ηθικές ‘αρνητικές προσταγές, κανόνες εναντίον του φόνου, των βασανιστηρίων, της καταπίεσης και της τυραννίας’. Αυτό που οι άνθρωποι έχουν κοινό είναι ‘μάλλον η αίσθηση ενός κοινού εχθρού παρά η δέσμευση σε μια κοινή κουλτούρα’. Η ανθρώπινη κοινωνία ‘είναι παγκόσμια γιατί είναι ανθρώπινη και κυρίως γιατί είναι κοινωνία’. Κάποιες φορές βαδίζουμε με τους άλλους, κυρίως όμως βαδίζουμε μόνοι μας. Και όμως, μια ‘λεπτή’ ελάχιστη ηθική προκύπτει από την κοινή ανθρώπινη υπόσταση ενώ ‘διαθέσεις παγκοσμιότητας’ βρίσκονται σε όλα τα είδη της κουλτούρας. Αντί της προώθησης των υποτιθέμενων παγκόσμιων χαρακτηριστικών ενός πολιτισμού, η πολιτιστική συνύπαρξη απαιτεί αναζήτηση κοινών στοιχείων που υπάρχουν στους περισσότερους πολιτισμούς. Σε έναν πλειοπολιτισμικό κόσμο, το εποικοδομητικό είναι να αποκηρύξεις την παγκοσμιότητα, να αποδεχτείς την ποικιλία και να αναζητήσεις ομοιότητες» («Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ», εκδ. TERZOBOOKS, σελ. 375-376).

5. Κι η ηπειρωτική Ευρώπη; Μα αυτό το συνονθύλευμα ξεπεσμένων πρώην αποικιοκρατών είναι η μολυσματική εστία του Νεοφασιστικού Υπαρκτού Καπιταλισμού! Καμία χαγιεκιανή κοινωνικοπολιτική διαδικασία «αυθόρμητης τάξης» δεν υπήρξε ποτέ σ’ αυτό το οικοδόμημα, που ονομάστηκε «Ευρωπαϊκή Ένωση»! Όλα ήταν και είναι προϊόν άνωθεν σχεδιασμού! Κάθε προσπάθεια επιβολής ενός σχεδιασμένου εκ των προτέρων λογικού προτύπου αντί της διαμόρφωσης ενός πλαισίου παροχής ευκαιριών για ελεύθερη ανάπτυξη μέσω της απρόσκοπτης λειτουργίας των κοινωνικοπολιτικών διαδικασιών της χαγιεκιανής «αυθόρμητης τάξης» καταλήγει μέσω της βέβαιης αποτυχίας του σε τερατώδη οπισθοδρόμηση: Στον φασισμό, στον ρατσισμό, στην ξενοφοβία, στην πολιτισμική σύγκρουση, στην οικονομική οπισθοδρόμηση. Είναι χαρακτηριστικό επ’ αυτού το ακόλουθο απόσπασμα από τον Φ. Χάγιεκ στο βιβλίο του, “Το Σύνταγμα της Ελευθερίας” (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008, σελ. 112-113) για την κυρίαρχη στην ηπειρωτική Ευρώπη αντιλιμπεραλιστική «ορθολογιστική» γαλλική παράδοση και την αντίθεση της με την λιμπεραλιστική «εξελικτική» αγγλοσαξωνική παράδοση: «Ενώ η ορθολογιστική παράδοση θεωρεί ότι ο άνθρωπος ήταν εξαρχής προικισμένος τόσο με τα διανοητικά όσο και τα ηθικά χαρακτηριστικά που του επέτρεψαν να διαμορφώσει σκόπιμα τον πολιτισμό του, οι οπαδοί της εξέλιξης κατέστησαν σαφές ότι ο πολιτισμός ήταν το συσσωρευμένο μέσα από δυσκολίες αποτέλεσμα δοκιμών και λαθών, το άθροισμα της εμπειρίας που εν μέρει μεν μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά ως ρητή γνώση, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό ήταν ενσωματωμένο σε εργαλεία και θεσμούς που αποδεικνύονταν κάθε φορά στην πράξη ανώτεροι - θεσμοί των οποίων τη σημασία θα μπορούσαμε ίσως να ανακαλύψουμε μέσω της ανάλυσης, αλλά ούτως ή άλλως εξυπηρετούν τους σκοπούς των ανθρώπων ακόμα κι αν αυτοί δεν τους κατανοούν. Οι Σκοτσέζοι θεωρητικοί είχαν μεγάλη επίγνωση του πόσο εύθραυστο ήταν αυτό το τεχνητό οικοδόμημα του πολιτισμού, που στηρίζονταν στο γεγονός ότι τα πρωτόγονα και άγρια ένστικτα του ανθρώπου δαμάζονταν και περιορίζονταν από θεσμούς που ο άνθρωπος ούτε είχε σχεδιάσει, ούτε μπορούσε να ελέγχει. Αυτοί οι στοχαστές απείχαν πάρα πολύ από το να υποστηρίζουν αφελείς απόψεις - που αργότερα άλλοι φόρτωσαν άδικα στο λιμπεραλισμό τους - όπως η “φυσική καλοσύνη του ανθρώπου”, η ύπαρξη μιας “φυσικής αρμονίας συμφερόντων” ή τα ευεργετικά αποτελέσματα της “φυσικής ελευθερίας” (παρότι μερικές φορές χρησιμοποιούσαν την τελευταία φράση). Ήξεραν ότι το τεχνούργημα των θεσμών και των παραδόσεων ήταν αναγκαίο προκειμένου να συμφιλιώνονται τα συγκρουόμενα συμφέροντα. Το πρόβλημα που τους απασχολούσε ήταν με ποιον τρόπο “το πρώτο κινούν την ανθρώπινη φύση - η φιλαυτία - να πάρει τέτοια κατεύθυνση σ’ αυτή την περίπτωση (και σε όλες τις άλλες) ώστε να προάγει το δημόσιο συμφέρον μέσα από τις προσπάθειες που καταβάλλει ούτως ή άλλως για να προαγάγει το ατομικό συμφέρον”. Εκείνο που έκανε αυτές τις προσπάθειες επωφελείς δεν ήταν η “φυσική ελευθερία” με οποιαδήποτε κυριολεκτική της εννοιολόγηση, αλλά οι θεσμοί που έχουν εξελιχθεί για να προστατεύουν “τη ζωή, την ελευθερία και την ιδιοκτησία”. Ούτε ο Λοκ ούτε ο Χιουμ, ούτε ο Σμιθ ούτε ο Μπερκ θα υποστήριζαν ποτέ, όπως έκανε ο Μπένθαμ, ότι “κάθε νόμος είναι ένα δεινό, γιατί κάθε νόμος συνιστά παραβίαση της ελευθερίας”. Το επιχείρημά τους δεν ήταν ποτέ ένα πλήρες laissez faire, το οποίο όπως δείχνουν οι ίδιες οι λέξεις, είναι κι αυτό μέρος της γαλλικής ορθολογιστικής παράδοσης που κανένας από τους Άγγλους κλασικούς οικονομολόγους δεν υπερασπίστηκε ποτέ στην κυριολεκτική του σημασία. Οι στοχαστές αυτοί ήξεραν καλύτερα από τους μεταγενέστερους επικριτές τους ότι εκείνο που διοχέτευε επιτυχώς τις ατομικές προσπάθειες σε κοινωνικά επωφελείς σκοπούς δεν ήταν κάποιο είδος μαγείας, αλλά η εξέλιξη “καλά οικοδομημένων θεσμών”, όπου συμφιλιώνονταν “οι κανόνες και οι αρχές ανταγωνιστικών συμφερόντων και συμπλεκόμενων πλεονεκτημάτων”. Στην πραγματικότητα το επιχείρημά τους δεν ήταν ποτέ αντικρατικό ή αναρχικό, όπως αντικρατική και αναρχική είναι η λογική έκβαση του ορθολογιστικού δόγματος του laissez faire. Ήταν ένα επιχείρημα που λάμβανε υπόψη τόσο τις προσήκουσες λειτουργίες του κράτους, όσο και τα όρια της κρατικής δράσης.»

6. Κι ενώ έτσι είχε διαμορφωθεί και παγιωθεί η κατάσταση, αφενός από τη πιο πάνω δράση της διεθνούς του κατεστημένου χρηματοπιστωτικού παρασιτισμού και αφετέρου από την πιο πάνω αντίδραση της διεθνούς του νεοφασισμού, εμφανίστηκε στην Ελλάδα, που υπέστη όσο καμία άλλη τις πολιτικές βαρβαρότητας των ξεπεσμένων πρώην αποικιοκρατών της ηπειρωτικής Ευρώπης, ένα παλλαϊκό κίνημα πολιτικής αμφισβήτησής τους, σαν τη σπίθα, που αν εξελισσόταν, κινδύνευε να κατακάψει την πιο πάνω συσσωρευμένη κεφαλαιακή αχρησία της δράσης της διεθνούς του κατεστημένου χρηματοπιστωτικού παρασιτισμού, ως αποϊδεολογικοποιημένου συμπτώματος ανηθικότητας. Όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Βαρουφάκης: «Έχοντας πρόσφατα βιώσει τις πρακτικές τους από πολύ κοντά, το επίθετο ΄φιλελεύθερο’ θα ήταν το τελευταίο που θα χρησιμοποιούσα για να χαρακτηρίσω το κατεστημένο της Ευρώπης… Το ένιωθα πιο πολύ ως μια μορφή Εκδικητικού Αμοραλισμού, ενός Ανοήτως Αυταρχικού Κατεστημένου, το οποίο ένιωθε το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια του» («Ανίκητοι Ηττημένοι», εκδ. Πατάκη, σελ. 794).

Προς μεγάλη, λοιπόν, έκπληξη των κρατούντων της διεθνούς του κατεστημένου χρηματοπιστωτικού παρασιτισμού, αυτό το κίνημα, ήταν ένα κίνημα έλλογης και θετικής πολιτικής αμφισβήτησης, με προτάσεις, που, αποδομώντας κάθε πτυχή της οικονομικής επιχειρηματολογίας των δανειστών, διέλυαν το φόβο των λαϊκών στρωμάτων απέναντί τους.

Ήταν ένα κίνημα Λιμπεραλιστικό κι οι διαπραγματευτικές προτάσεις του Βαρουφάκη εδράζονταν στον Λιμπεραλισμό.

Ωστόσο, η συντριπτική πλειονότητα των θεωρούμενων ως ταγών του εγχώριου λιμπεραλισμού συμπορεύεται όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης πλήρως, αλλά διόλου παραδόξως, με τις μνημονιακές επιλογές του κυρίαρχου φασιστοειδούς παρεοκρατικού καπιταλισμού και των ευρωκρατών συνοδοιπόρων του. Και λέω διόλου παραδόξως, διότι, όπως γράφει ο καθηγητής Π. Κιτρομηλίδης («Νεοελληνικός Διαφωτισμός» έκδ. «Μορφ. Ιδρ. Εθν. Τραπέζης) για τους λιμπεραλιστές διανοούμενους του νεοελληνικού Διαφωτισμού της προεπαναστατικής περιόδου: «…οι φιλελεύθεροι, μη έχοντας πολιτικούς συμμάχους, υποχρεώθηκαν να ενσωματωθούν στις ισορροπίες ισχύος και συμφερόντων, θυσιάζοντας τις αρχές τους» (Κιτρομηλίδης, ο.π. σελ. 511). Αμέσως δε πιο κάτω διαπιστώνει: «Προσβλέποντας στο μέλλον ο παρατηρητής βρίσκεται αντιμέτωπος με τις τραγωδίες της ελληνικής ιστορίας του εικοστού αιώνα, οι οποίες αποτέλεσαν τις απώτερες συνέπειες της αποτυχίας του φιλελευθερισμού»(ο.π. σελ. 514).

Κι όπως σημειώνει σχετικά ο Βαρουφάκης: «Το ότι, παράλληλα, έβρισκα τους πιο συνεπείς υποστηρικτές μου στους κόλπους του λιμπεραλιστικού Adam Smith Institute ή στο πρόσωπο του Νόρμαν Λαμόντ, ακραιφνώς θατσερικού πρώην υπουργού Οικονομικών της Βρετανίας, καταδεικνύει τον ευτελισμό των λιμπεραλιστικών ιδεών από εκείνους που υποτίθεται τις εκπροσωπούσαν στην χώρα μας» (Πρόλογος Βαρουφάκη στο βιβλίο του Τάκη Μίχα «Ελλάδα και Ευρώ – Η Φιλελεύθερη Άποψη», εκδ. «Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις», σελ. 12).

Μετά ταύτα, αποτελεί πολιτικό καθήκον κάθε αληθινού λιμπεραλιστή η συστράτευσή του με το DiEM25 ενάντια στον εγχώριο και διεθνή «Νεοφασιστικό Υπαρκτό Καπιταλισμό».

Ανυπότακτοι, εναντίον του!

Comments

Popular posts from this blog

«Είναι το ευρώ ηλίθιε!»

Δικαιοσύνη και Πλάτων

«Άνευ μεν γαρ του καθόλου ουκ εστίν επιστήμην λαβείν» (Αριστοτέλης, Μεταφ. 1086 b 5)
1. Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Αριστοτέλης, ένας ηθικολόγος, ένας ηθικός αναμορφωτής, ο Σωκράτης, ήταν εκείνος, που ενοχλούσε τους ανθρώπους εξαναγκάζοντάς τους, να σκεφτούν, να εξηγήσουν και να δώσουν λόγο για τις αρχές των πράξεών τους˙ συνήθιζε να τους υποβάλει ερωτήματα και οι απαντήσεις τους δεν τον ικανοποιούσαν εύκολα˙ ξεκινούσε κι ο Σωκράτης, όπως οι σοφιστές, από το υποκείμενο της γνώσης και έπειτα μόνο προχωρούσε προς το αντικείμενό της˙ το υποκείμενο ωστόσο της γνώσης συγκροτείται απ’ αυτόν και ως νους, δηλαδή όχι ως κάτι σχετικό, όχι ατομικά περιορισμένο, αλλά ως υποκείμενο που νοεί, ως λογικό υποκείμενο˙ «η γνώση προς την οποία κατευθύνεται το λογικό υποκείμενο δεν έγκειται στην αντίληψη που γεννούν οι αισθήσεις, αλλά στην έννοια, που τη γεννάει η λογική λειτουργία της συνείδησης» [1]. Ενώ, όμως, έτσι πραγματοποιήθηκε η διάκριση αισθητού και λογικού υποκειμένου, δεν πραγματοποιήθηκε και η δι…