Skip to main content

Αντιπρόσωποι και εκπρόσωποι

Το ελληνικό Σύνταγμα ανήκει στην κατηγορία των συνταγμάτων εκείνων, που αναγνώρισαν μεν τα πολιτικά κόμματα (κομματική δημοκρατία), πλην όμως διατήρησαν τις αρχές της κλασσικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, με συνέπεια τη δημιουργία πολλών προβλημάτων, που αναφέρονται στις σχέσεις διατάξεων των δύο κατηγοριών. Η ευρύτατη σε έκταση και περιεχόμενο «συνταγματοποίηση» των πολιτικών κομμάτων στο ελληνικό σύνταγμα (όπως, άλλωστε, απαιτούσε η νέα συνταγματικοπολιτική πραγματικότητα) και η εκ παραλλήλου διατήρηση των διατάξεων των άρθρων 51§2 και 60§1, που συνταγματοποιούν το αντιπροσωπευτικό σύστημα και την ελεύθερη εντολή, τείνουν να προσλαμβάνουν έντονο συγκρουσιακό χαρακτήρα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ το 1974 υπήρξε έντονη συζήτηση για το άρθρο 60§1 κατά τη διαδικασία ψηφίσεως του νέου Συντάγματος (υπήρξαν προτάσεις και από την τότε συμπολίτευση υπέρ της απαγόρευσης της δυνατότητας ανεξαρτητοποιήσεως και μεταστάσεως των βουλευτών με την προσθήκη τρίτης παραγράφου στο άρθρο 60), έκτοτε το προοδευτικά αναπτυσσόμενο και ισχύον πλήρως σήμερα σύστημα της νταβατζίδικης εθνικιστικής κλεπτοκρατίας, ουδέποτε τόλμησε, έστω και να συζητήσει τέτοιο ενδεχόμενο. Είναι πασίγνωστο άλλωστε, ότι στην Ελλάδα πάρα πολλοί βουλευτές δεν εκπροσωπούν το κόμμα τους ως πολιτική ολότητα (κομματική δημοκρατία), ούτε αντιπροσωπεύουν το λαό ως πολιτική ενότητα (αντιπροσωπευτική δημοκρατία). Δεν είναι ούτε καν αντιπρόσωποι των νταβατζήδων. Είναι κατά κυριολεξία εκπρόσωποί τους (Ο αντιπρόσωπος αποφασίζει για λογαριασμό άλλων, ενώ ο εκπρόσωπος μεταφέρει τη θέληση των άλλων).

Για μένα ορθό είναι να θεωρηθεί στο πλαίσιο ερμηνείας του ισχύοντος συντάγματος, ότι ισχύει όχι η ελεύθερη εντολή αλλά η δεσμευτική εντολή για τους βουλευτές και ότι το άρθρο 60§1 απλώς καθιστά την τελευταία lex imperfecta, κανόνα δικαίου, του οποίου η παράβαση δεν συνοδεύεται από κυρώσεις. Ανήκει οπωσδήποτε στο δικαίωμα του βουλευτή, όπως και σε κάθε πολίτη το δικαίωμα να διαφωνήσει με το κόμμα του. Αν όμως συμβεί αυτό παύει να υφίσταται ηθικοπολιτικά ο λόγος για τον οποίο απέκτησε τη βουλευτική εκπροσωπευτική του ιδιότητα. Το «νόμιμον» δεν είναι πάντοτε και ηθικόν. Διαβάζεται εξάλλου και ανάποδα!!

Comments

Popular posts from this blog

Μανιφέστο «Λιμπεραλιστικής Τάσης του DiEM25» (Ενάντια στον Νεοφασιστικό Υπαρκτό Καπιταλισμό)

1. Το μόνο «φάντασμα» που πλανιόταν και πλανιέται κάθε φορά πάνω από τις εκάστοτε κατεστημένες αναχρονιστικές δυνάμεις της ανθρωπότητας είναι το «φάντασμα» του Λιμπεραλισμού. 
Κάθε φορά δε, στο ιστορικό διάβα, ο Λιμπεραλισμός, άλλοτε εξεγερμένος κι άλλοτε αμυνόμενος, κατατρόπωνε αυτές τις κατεστημένες αναχρονιστικές δυνάμεις. Τέτοια, μάλιστα, διεφάνη η επικυριαρχία του το σύντομο χρονικό διάστημα πριν το 2008, ώστε να γίνει λόγος, ακόμα και, για το «Τέλος της Ιστορίας»!

Φευ! Επρόκειτο, απλά και μόνο, για το τέλος του διαστροφικού «υπαρκτού σοσιαλισμού». Αμέσως μετά κορυφώθηκε η πρωτοφανής ανάδυση, αφενός μεν του (επίσης) διαστροφικού «υπαρκτού καπιταλισμού», που αποκαλείται διεθνώς “crony capitalism” («παρεοκρατικός καπιταλισμός»), με δεσπόζουσα έκφανσή του έναν διεθνοποιημένο χρηματοπιστωτικό παρασιτισμό, αφετέρου δε του νεοφασισμού, με δεσπόζουσα έκφανσή του έναν (επίσης) διεθνοποιημένο πολιτισμικό εθνικισμό.
2. α) «Η υπέρβαση των δικαίων ορίων της ιδιοκτησίας δεν συνίσταται στο μέγεθο…

«Είναι το ευρώ ηλίθιε!»

Δικαιοσύνη και Πλάτων

«Άνευ μεν γαρ του καθόλου ουκ εστίν επιστήμην λαβείν» (Αριστοτέλης, Μεταφ. 1086 b 5)
1. Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Αριστοτέλης, ένας ηθικολόγος, ένας ηθικός αναμορφωτής, ο Σωκράτης, ήταν εκείνος, που ενοχλούσε τους ανθρώπους εξαναγκάζοντάς τους, να σκεφτούν, να εξηγήσουν και να δώσουν λόγο για τις αρχές των πράξεών τους˙ συνήθιζε να τους υποβάλει ερωτήματα και οι απαντήσεις τους δεν τον ικανοποιούσαν εύκολα˙ ξεκινούσε κι ο Σωκράτης, όπως οι σοφιστές, από το υποκείμενο της γνώσης και έπειτα μόνο προχωρούσε προς το αντικείμενό της˙ το υποκείμενο ωστόσο της γνώσης συγκροτείται απ’ αυτόν και ως νους, δηλαδή όχι ως κάτι σχετικό, όχι ατομικά περιορισμένο, αλλά ως υποκείμενο που νοεί, ως λογικό υποκείμενο˙ «η γνώση προς την οποία κατευθύνεται το λογικό υποκείμενο δεν έγκειται στην αντίληψη που γεννούν οι αισθήσεις, αλλά στην έννοια, που τη γεννάει η λογική λειτουργία της συνείδησης» [1]. Ενώ, όμως, έτσι πραγματοποιήθηκε η διάκριση αισθητού και λογικού υποκειμένου, δεν πραγματοποιήθηκε και η δι…